Βασίλης Ρώτας: Ο άνθρωπος της Τέχνης, του Λαού και του Αγώνα

Βασίλης Ρώτας: Ο άνθρωπος της Τέχνης, του Λαού και του Αγώνα. Το καλοκαίρι του 1944 ανέβηκε στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας και ίδρυσε τον Θεατρικό Όμιλο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας. Έτσι γεννήθηκε το περίφημο «Θέατρο του Βουνού», ένα μοναδικό πολιτιστικό εγχείρημα που έφερε την τέχνη κοντά στους αγωνιστές της Αντίστασης και στους κατοίκους απομακρυσμένων χωριών. Οι παραστάσεις δίνονταν σε πλατείες, σχολεία, ξέφωτα και βουνοπλαγιές, αποδεικνύοντας ότι το θέατρο μπορεί να ανθίσει ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες.

αν με ρωτάτε, ανθρώποι, σας το λέω με δάκρυα,
ναι, η ζωή ’ναι ωραία

Ο Βασίλης Ρώτας υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της νεοελληνικής λογοτεχνίας και του θεάτρου του 20ού αιώνα. Ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής, κριτικός, παιδαγωγός και αγωνιστής, συνέδεσε το όνομά του με την πνευματική δημιουργία, την κοινωνική προσφορά και τους αγώνες του ελληνικού λαού για ελευθερία και δικαιοσύνη.

Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1889 στο Χιλιομόδι Κορινθίας, σε μια φτωχή οικογένεια χωρίς σταθερό εισόδημα. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του σημαδεύτηκαν από τις δυσκολίες της καθημερινότητας, αλλά και από ένα περιβάλλον όπου η πνευματικότητα και η αγάπη για τη γνώση κατείχαν σημαντική θέση. Το 1903 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα και ο νεαρός Βασίλης φοίτησε στο Α΄ Βαρβάκειο Γυμνάσιο, από το οποίο αποφοίτησε με άριστα.

Από πολύ μικρή ηλικία έδειξε την κλίση του προς τα γράμματα και τη δημιουργία. Έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα στα μαθητικά του χρόνια, ενώ παράλληλα καλλιεργούσε το ενδιαφέρον του για το θέατρο. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, ενώ παρακολούθησε και άλλες θεατρικές σπουδές, διευρύνοντας συνεχώς τους πνευματικούς του ορίζοντες. Στα φοιτητικά του χρόνια γνώρισε σημαντικές προσωπικότητες των ελληνικών γραμμάτων, όπως τον Κώστα Βάρναλη και τον Μάρκο Αυγέρη, με τους οποίους συνδέθηκε στενά.

Το 1910 συμμετείχε στην ίδρυση της Φοιτητικής Συντροφιάς, μιας πρωτοποριακής ομάδας νέων δημοτικιστών και προοδευτικών διανοουμένων. Η δράση της υπήρξε σημαντική για την προώθηση νέων ιδεών γύρω από την παιδεία, τον πολιτισμό και τα κοινωνικά ζητήματα της εποχής.

Παράλληλα με τις σπουδές του, ακολούθησε στρατιωτική πορεία. Φοίτησε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Κέρκυρας και έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως ανθυπολοχαγός. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρετούσε στο Δ΄ Σώμα Στρατού στην Καβάλα, το οποίο μεταφέρθηκε στην Πολωνία σε μια ιδιότυπη κατάσταση αιχμαλωσίας μέχρι το 1919. Αργότερα συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία και υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην ελληνική πρεσβεία του Βερολίνου. Το 1926 αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του συνταγματάρχη και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στα γράμματα και το θέατρο.

Η λογοτεχνική του παρουσία είχε ήδη αρχίσει να γίνεται αισθητή από το 1908, όταν δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό «Νουμάς». Στα χρόνια που ακολούθησαν συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά, δημοσιεύοντας άρθρα, κριτικές, διηγήματα και λογοτεχνικά κείμενα. Το έργο του χαρακτηριζόταν από ανθρωπισμό, κοινωνική ευαισθησία και βαθιά πίστη στη δύναμη της τέχνης να βελτιώσει τη ζωή των ανθρώπων.

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή του στο ελληνικό θέατρο. Το 1930 ίδρυσε το Λαϊκό Θέατρο Αθηνών, επιχειρώντας να φέρει τη θεατρική τέχνη κοντά στους απλούς ανθρώπους. Πιστεύει πως το λαϊκό θέατρο είναι μια υπόθεση δημοκρατική που αφορά την πνευματική ανύψωση και εξέλιξη του λαού, των εργαζομένων και επιθυμεί να αναπτυχθεί μέσα στον λαό, για τον λαό με εθνικά και ταξικά χαρακτηριστικά, προβάλλοντας νέα θέματα συνδεδεμένα με την κοινωνική πράξη των απλών ανθρώπων και να αντιπαρατίθεται στην αστική δραματουργία και την θεματολογία της. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η πενταμελής οικογένεια του Ρώτα μένει μέσα στο θέατρο και πρέπει να είναι μοναδική περίπτωση στην ιστορία του θεάτρου μας. Το 1935 ο Βασίλης Ρώτας παραχώρησε το θέατρο στο ΚΚΕ για να πραγματοποιήσει την προεκλογική του συγκέντρωση. Από τότε άρχισε να τον παρακολουθεί η Ασφάλεια. Το εγχείρημά του διακόπηκε με την επιβολή της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, η οποία έκλεισε το θέατρο.

Στις 30 Οκτώβρη 1940 ο Βασίλης Ρώτας πήρε πρωτοβουλία για την συγκρότηση πολεμικού θιάσου, η οποία όμως απέτυχε. Στις 9 Νοέμβρη 1940 με επιστολή του στο ΓΕΣ ζήτησε έγκριση και υποστήριξη για την δημιουργία ενός θιάσου που θα ήταν κοντά στην πρώτη γραμμή του μετώπου, αλλά και στα χωριά, καθώς και στα νοσοκομεία. Η αίτησή του απορρίφθηκε.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής εντάχθηκε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο – Ε.Α.Μ. και συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση. Το 1942 ίδρυσε το Θεατρικό Σπουδαστήριο, έναν χώρο εκπαίδευσης και πολιτιστικής δράσης που λειτούργησε ως δημιουργικό καταφύγιο για πολλούς νέους της εποχής. Μέσα από το θέατρο καλλιεργήθηκαν αξίες όπως η αλληλεγγύη, η ελευθερία και η συλλογική δράση.

1944. Θέατρο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας. Φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή, από το Λεύκωμα «1943-1983, 40 Χρόνια ΕΠΟΝ», Εκδόσεις Οδηγητής, Αθήνα 1983

Το καλοκαίρι του 1944 ανέβηκε στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας και ίδρυσε τον Θεατρικό Όμιλο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας. Έτσι γεννήθηκε το περίφημο «Θέατρο του Βουνού», ένα μοναδικό πολιτιστικό εγχείρημα που έφερε την τέχνη κοντά στους αγωνιστές της Αντίστασης και στους κατοίκους απομακρυσμένων χωριών. Οι παραστάσεις δίνονταν σε πλατείες, σχολεία, ξέφωτα και βουνοπλαγιές, αποδεικνύοντας ότι το θέατρο μπορεί να ανθίσει ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες.

Στα Δεκεμβριανά (Δεκέμβρης του ’44), ο Βασίλης Ρώτας βρίσκεται στην Αθήνα και παίρνει μέρος στον αγώνα. Το σπίτι του στο Παγκράτι λεηλατείται, ενώ Εγγλέζος αξιωματικός οδηγημένος από Έλληνες συνεργάτες του, κλέβει το προσωπικό του ημερολόγιο με πρόσωπα και γεγονότα από την δράση των ανταρτών στην Ελεύθερη Ελλάδα.

Ο Βασίλης Ρώτας στην Αντίσταση. Φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή, από το Λεύκωμα «Με τους αντάρτες στα βουνά», Αθήνα 1984

Παράλληλα, ο Ρώτας δίδαξε σε δραματικές σχολές και εργάστηκε ακούραστα για τη θεατρική παιδεία. Επηρέασε γενιές ηθοποιών και ανθρώπων του πολιτισμού, μεταδίδοντας όχι μόνο τεχνικές γνώσεις αλλά και μια βαθύτερη αντίληψη για τον κοινωνικό ρόλο της τέχνης.

Εξίσου σπουδαία ήταν η προσφορά του στη μετάφραση. Το έργο με το οποίο συνδέθηκε περισσότερο είναι η μετάφραση του συνόλου σχεδόν του έργου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Για δεκαετίες εργάστηκε με αφοσίωση ώστε να αποδώσει στα ελληνικά τις τραγωδίες, τις κωμωδίες, τα ιστορικά δράματα και τα σονέτα του μεγάλου Άγγλου δημιουργού. Οι μεταφράσεις του χαρακτηρίζονται από γλωσσική δύναμη, ποιητικότητα και σεβασμό στο πρωτότυπο έργο. Παράλληλα μετέφρασε έργα σημαντικών συγγραφέων από πολλές γλώσσες, εμπλουτίζοντας ουσιαστικά την ελληνική βιβλιογραφία.

Ξεχωριστή θέση κατέχει και η μετάφρασή του στους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, που παρουσιάστηκαν από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και έμειναν στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Συνεργάστηκε επίσης με σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, ενώ έργα του μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Η ζωή του υπήρξε άρρηκτα δεμένη με τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες του τόπου. Στρατευμένος ιδεολογικά μέχρι τον θάνατό του  με το ΚΚΕ, διώχθηκε πολλές φορές για τη δράση του. Μετά την επιβολή της δικτατορίας του 1967 συνελήφθη και εξορίστηκε στη Γυάρο. Ωστόσο δεν εγκατέλειψε ποτέ τις αρχές του ούτε τη δημιουργική του δραστηριότητα.

Ο ίδιος θεωρούσε ότι η τέχνη οφείλει να βρίσκεται στο πλευρό των ανθρώπων και να υπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνίας. Πίστευε πως ο τελικός κριτής κάθε πνευματικού έργου είναι ο λαός και πως η λογοτεχνία και το θέατρο αποκτούν πραγματικό νόημα όταν συμβάλλουν στην καλλιέργεια της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της ανθρωπιάς.

Ο ίδιος θα γράψει:

«Ο βίος μου ήταν όλο τίμιες προθέσεις και πόθους αγνούς,
οι δρόμοι της ζωής μου μάτιαζαν σκοπούς σοβαρούς.
Μεγάλα προσπάθησα, ωραία κι αληθινά,
χέρια και γόνατα έσπρωξα προς πράματα υψηλά.
Τα όσα λίγα πέτυχα δεν τα φύλαξα για τα παιδιά μου,
δεν έβαλα κέρδη στη μπάντα για τα γερατειά μου.
Δεν έπιασα τόπο να τον φράξω με συρματόπλεγμα αγκαθωτό,
δεν έχτισα πύργο με πολεμίστρες, να κρύψω μέσα θησαυρό.
Στη γη, όπου πέρασα, πάτησα ελαφρά, με συστολή,
συμμάζεψα και τον ίσκιο μου, όπου έγειρα το κορμί.
Δε θα βγει σκύλος να μου γαβγίσει καταγγελία,
ούτε μυρμήγκι να κλαφτεί, για προστυχιά μου ή κακία.
Ακολούθησα σημαίες αγώνων για Ειρήνη και Λευτεριά
και βγήκα μπροστά στους κιντύνους μ’ αποφασισμένη καρδιά.
Στις θυσίες προχώρησα πάντα με τόλμη σεμνή,
δίχως να ξεφεύγω δεξόζερβα ή να φυλάω πισινή.
Όταν όλοι γύρω μου κλαίγανε με χαμένον τον νου,
φώναξα «θάρρος!» κι η φωνή μου ήτανε σάλπισμα σωσμού.
Στους αγώνες έμπαινα όλο πρώτος στη μάχη με ορμή,
στα βραβεία έμενα όλο τελευταίος, όταν όλα είχαν μοιραστεί.
Για τον ίδρωτα του μόχτου μου δε ζήτησα ούτε λεφτό,
για το αίμα, που ’χυσα απ’ το κορμί μου, ούτ’ ευχαριστώ.
Ποτέ δεν επεθύμησα να γίνω αρχηγός ή διευθυντής,
μα οι άλλοι στους κινδύνους μ’ έβαζαν επικεφαλής.
Οι κυνηγημένοι μ’ ευλόγησαν με δάκρυα χαμογελώντας,
οι σκλάβοι με κάλεσαν στο τραπέζι τους τραγουδώντας.
Συνέβγαλα ξόδια φτωχά, σπανά κι εξευτελισμένα,
με πένθος σιωπηλό και βήματα λυπημένα.
Θλιμμένοι με πήραν στα σπίτια τους με μουγγή χαρά,
με κοίμισαν στα στρωσίδια τους με μισόλογα τρυφερά.
Απ’ όποια χωριά πέρασα, σε όποιες μπήκα αυλές,
όλοι μου χαμογέλασαν, τα σκυλιά μού κούνησαν τις ουρές.
Μου ’δωσαν οι φτωχοί το ψωμί τους,
οι γυναίκες την αγάπη τους,
τα παιδιά τη χαρά τους·
αν με ρωτάτε, ανθρώποι, σας το λέω με δάκρυα,
ναι, η ζωή ’ναι ωραία»

Ο Βασίλης Ρώτας έφυγε από τη ζωή στις 30 Μαρτίου 1977, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο έργο και μια σπουδαία παρακαταθήκη. Η πορεία του αποτελεί παράδειγμα ανθρώπου που συνδύασε την πνευματική δημιουργία με την κοινωνική δράση, παραμένοντας πιστός στις αξίες της δικαιοσύνης, της ειρήνης και της ελευθερίας. Η μνήμη του εξακολουθεί να εμπνέει όσους πιστεύουν ότι η τέχνη δεν είναι μόνο έκφραση αισθητικής, αλλά και δύναμη που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Πηγές: Αρθρογραφία της Σοφίας Αδαμίδου στον Ριζοσπάστη, Ευάγγελος Μαχαίρας, «Η Τέχνης της Αντίστασης», εκδόσεις Προσκήνιο, Αθήνα 2008

- Advertisement -spot_img

Σχετικά άρθρα