Στην Πρόβα: «Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα»: ό,τι δεν ομολογείται, μέσα μας ριζοβολεί. Η γυναικεία ιστορία ξετυλίγεται πλέον μέσα από το σώμα και τη φωνή ενός άνδρα, χωρίς (και αυτό είναι το σημαντικό) να αλλοιώνεται ούτε η ταυτότητα της ηρωίδας αλλά ούτε και η ανδρική υπόσταση να θηλυκοποιείται. Αντίθετα, η απόσταση ανάμεσα στον αφηγητή και στο πρόσωπο της δασκάλας φωτίζει ακόμη περισσότερο τη μνήμη, το τραύμα και τις ανθρώπινες διαστάσεις ανεξαρτήτως φύλου.

«Εγώ; δασκάλα είμαι»
Λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Αθηνών, το Θέατρο των Αλλαγών φιλοξενεί τις τελευταίες πρόβες της νέας παράστασης της Βίλιας Χατζοπούλου «Με πέταξε η μάνα μου στη θάλασσα», που βασίζεται στο διήγημά της «Με το ένα χέρι κρατούσε τον Καραγάτση και με το άλλο το τσιγάρο» από τη συλλογή «Ακούω την καρδιά του παίχτη» (εκδόσεις ενύπνιο). Μαζί της στη σκηνοθεσία και παρών στη σκηνή ο Θέμης Πάνου.
Με τη ζέστη του καλοκαιριού να είναι ήδη προ των πυλών και μπαίνοντας στην είσοδο του Θεάτρου των Αλλαγών, στην πολύβουη Τρίτης Σεπτεμβρίου, σε ένα καθαρά urban περιβάλλον που ακροβατεί ανάμεσα σε αυτό που θα βάφτιζαν οι κοινωνιολόγοι underground ή downtown, σκεφτόμουν πως πραγματικά οι πρόβες δε θα μπορούσαν να γίνουν κάπου αλλού. Η Βίλια Χατζοπούλου υπήρξε η ιδρύτρια του μαζί με τον Ευδόκιμο Τσολακίδη και τον Θοδωρή Αθερίδη στις αρχές της δεκαετίας του 1990, έχοντας εισάγει καινοτόμες για την εποχή του και τα ελληνικά δεδομένα μεθόδους διδασκαλίας και έχοντας εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους ανεξάρτητους θεατρικούς πυρήνες της Αθήνας. Εκτός από τις παραστάσεις του, έχει αναδείξει δεκάδες νέους ηθοποιούς και σκηνοθέτες μέσα από το εκπαιδευτικό του εργαστήρι, λειτουργώντας ως χώρος καλλιτεχνικής αναζήτησης, πειραματισμού και δημιουργικού διαλόγου.

Η ιστορία μάς μεταφέρει στη δεκαετία του 1950. Μια νεαρή δασκάλα, μεγαλωμένη στην Κοζάνη, διορίζεται σε ένα απομονωμένο νησί των Κυκλάδων. Φτάνει εκεί γεμάτη ιδέες, βιβλία και όνειρα. Με αναπτυγμένο το αίσθημα του λειτουργήματος, αναλαμβάνει να πηγαίνει και στο σχολείο του απέναντι μικρότερου νησιού και εκεί έρχεται σε επαφή με έναν πολύ ιδιαίτερο μαθητή, τον Στάθη. Πολύ μεγάλος σε ηλικία, με μαθησιακές δυσκολίες που τον έχουν καθηλώσει στις τάξεις του δημοτικού αλλά με μια ιδιαίτερη προσωπικότητα καταφέρνει από την πρώτη στιγμή να την αγγίξει. Ο Στάθης δυσκολεύεται να εκφραστεί με τις λέξεις, αλλά γνωρίζει τη θάλασσα όσο εκείνη γνωρίζει τα βιβλία. Ανάμεσά τους γεννιέται ένας δεσμός που δεν ομολογείται ποτέ. Δεν πρόκειται για μια συμβατική ερωτική ιστορία, αλλά για μια βαθιά ανθρώπινη σχέση με πνευματικές διαστάσεις εμπιστοσύνης και αλληλοσυμπλήρωσης. Εκείνη του μαθαίνει τη δύναμη του λόγου. Εκείνος της αποκαλύπτει τη σοφία της φύσης και της φροντίδας. Του χαρίζει το «Χαμένο νησί» του Καραγάτση και αυτός το ρουφά κανονικά. Στο ένα χέρι κρατά τον Καραγάτση, στο άλλο το τσιγάρο. Πρόκειται για δύο μοναχικούς ανθρώπους που αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλο την ανάγκη να υπάρξουν ελεύθεροι. Και οι δύο θα ψάξουν στη θάλασσα την λύτρωσή τους.
Ο χώρος που σχεδίασε η Δήμητρα Λιάκουρα, είναι λιτός, σχεδόν ασκητικός. Ένα καντήλι, λίγες καρέκλες, ένα σκηνικό που μοιάζει με ερείπιο μνήμης και ένας ηθοποιός που αναζητά μέσα από κάθε πρόβα τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αφήγηση και την εξομολόγηση, ενώ το μαύρο φόρεμα της δασκάλας μετατρέπεται σε στολή εργασίας και ταυτόχρονα σε ένδυμα πένθους για μια ζωή που δεν έζησε ποτέ ολοκληρωμένα. Ένας σκηνικός χώρος που δηλώνει ένα εγκαταλειμμένο αρχιτεκτόνημα χωρίς στέγη και που αποτελείται από δωμάτια σε προοπτική, το ένα μέσα στο άλλο, δωμάτια που ακούμε να συμβαίνουν τα πάντα, χωρίς όμως να τα βλέπουμε και που παραπέμπει σε έναν κόσμο που έχει καταρρεύσει. Γιατί όσα πραγματικά συμβαίνουν, δεν ομολογούνται ποτέ. Ακούμε αναγνωρίσιμους ήχους της καθημερινότητας και βλέπουμε μόνο τον Θέμη Πάνου να τα διαπερνά. «Δύο είναι οι σκηνογραφικές αναφορές μας. Η μία είναι η «Αναπαράσταση» του Αγγελόπουλου: το αγροτικό τοπίο, τον κλειστό, σκεπασμένο ουρανό που λέει κι ο Σεφέρης. Η άλλη δε θα μπορούσε να μην είναι παρά οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Μαν, ο οποίος τη δεκαετία του 60 φωτογράφιζε νησιά και τους ανθρώπους τους» θα υπογραμμίσει η Βίλια.

Το έργο είχε παρουσιαστεί παλαιότερα, το 2019 με τη Λένα Δροσάκη στο Θέατρο Skrow, σε σκηνοθεσία της ίδιας της Βίλιας Χατζοπούλου. Ο αρχικός τίτλος έχει έναν συμβολισμό. Ο Καραγάτσης συμβολίζει την πνευματική δίψα, την ελευθερία της σκέψης ακόμα και τη λογοτεχνία ως έμπνευση ζωής. Το τσιγάρο είναι η αγωνία, η μοναξιά και η καθημερινή φθορά ενός ανθρώπου που βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κοινωνία έτοιμη να καταδικάσει κάθε διαφορετικότητα. Αλλά τώρα τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, μιας και την παράσταση την «σαρώνει» κυριολεκτικά η σκηνοθετική και ερμηνευτική προσέγγιση του Θέμη Πάνου. Ο οποίος είναι και ο εμπνευστής του νέου τίτλου «Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα», μια αναφορά στα δικά του παιδικά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη όπου οι μάνες πετούσαν στα ξαφνικά τα παιδιά τους στη θάλασσα για να μάθουν κολύμπι. Δεν κρύβει καμία εύκολη και προβλέψιμη ανατροπή η σκηνική παρουσία του, αντίθετα ο Θέμης Πάνου έρχεται να ικανοποιήσει την επιθυμία της συγγραφέα για μια διαφορετική ανάγνωση του έργου της.
Η γυναικεία ιστορία ξετυλίγεται πλέον μέσα από το σώμα και τη φωνή ενός άνδρα, χωρίς (και αυτό είναι το σημαντικό) να αλλοιώνεται ούτε η ταυτότητα της ηρωίδας αλλά ούτε και η ανδρική υπόσταση να θηλυκοποιείται. Αντίθετα, η απόσταση ανάμεσα στον αφηγητή και στο πρόσωπο της δασκάλας φωτίζει ακόμη περισσότερο τη μνήμη, το τραύμα και τις ανθρώπινες διαστάσεις ανεξαρτήτως φύλου. Ο Θέμης Πάνου μεταφέρει επί σκηνής το δέμας και τη συναισθηματική σκευή τόσο της δασκάλας, όσο και του Στάθη.

Κατά τη διάρκεια της πρόβας, ο Θέμης Πάνου έχοντας απορρίψει την υφολογική υπόκριση μιας γυναίκας, αναζητά την ουσία του προσώπου. Η φωνή του παραμένει χαμηλή, σχεδόν εξομολογητική. Οι κινήσεις του είναι αυστηρά μετρημένες, σαν να αφήνει τον λόγο να δημιουργήσει μόνος του τις εικόνες. Η Βίλια Χατζοπούλου, δίπλα του και κάτω από τη σκηνή, παρακολουθεί διαρκώς τις λεπτομέρειες, διορθώνει ρυθμούς και επιμένει πως το κείμενο πρέπει να ακούγεται σαν μια αφήγηση που γεννιέται εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
«Δεν ήθελα άλλον έναν μονόλογο», λέει η ίδια στη διάρκεια της συζήτησης μας. «Για μένα πρόκειται για έναν διάλογο με τους θεατές. Η παράσταση αρχίζει με ένα ερώτημα και όλη η σκηνική ύπαρξη είναι η απάντησή του.» Για να συμπληρώσει ο Θέμης Πάνου μιλώντας για την ανάγκη της απόλυτης ειλικρίνειας πάνω στη σκηνή, για μια αφήγηση που δεν βασίζεται στις τεχνικές της υποκριτικής αλλά στην αλήθεια του βιώματος επιστρέφοντας ξανά και ξανά σε αυτή τη λεπτή ισορροπία. «Το μεγάλο στοίχημα», λέει, «είναι να σε παρασύρει η ίδια η ιστορία. Να σε συγκινεί κάθε φορά σαν να τη λες για πρώτη φορά». Και όπλο του «η απεύθυνση, η ζωντανή απεύθυνση. Ο ζωντανός διάλογος. Δηλαδή η παράσταση αρχίζει με ένα «εγώ δασκάλα είμαι». Πριν βάλω το φόρεμα. Είναι σαν ένα ερώτημα. Πάτησα πολύ σε αυτό που είχε πει κάποτε ο Βασίλης Παπαβασιλείου, στη μνήμη του οποίου με βαθιά συγκίνηση αφιερώνω αυτήν την πρώτη μου σκηνοθετική απόπειρα. «Τι είναι το θέατρο; Είναι ένα ερώτημα. Και όλη η σκηνική ύπαρξη είναι μια απάντηση. Ένα ερώτημα που έρχεται από εκεί στην πλατεία… Αν δεν έρθει το ερώτημα, αν δεν μπορεί να υποθέσουμε το ερώτημα, δεν υπάρχουμε. Δεν υπάρχεις ως ηθοποιός. Και με αυτήν την έννοια εγώ τουλάχιστον δεν θέλω να είναι άλλος ένας μονόλογος. Είναι ένας διάλογος. Αν θέλουμε να ορίσουμε τι τελικά είναι, είναι ένας διάλογος».
«Ό,τι δεν ομολογούμε, μέσα μας ριζοβολεί. Ό,τι δεν ομολογούμε μας κρατά αθώους»
Η συγγραφέας εξηγεί πως ο Καραγάτσης επιλέχθηκε συνειδητά. Αναζητούσε έναν συγγραφέα που θα μπορούσε να βρίσκεται στα χέρια μιας νέας δασκάλας της δεκαετίας του ’50. Έναν συγγραφέα που τότε αποτελούσε σημείο αναφοράς για μια μορφωμένη νέα γυναίκα. Παράλληλα, η ίδια αποκαλύπτει ότι αγαπά ιδιαίτερα το έργο του επειδή οι γυναικείοι χαρακτήρες του της θύμιζαν τις δικές της γιαγιάδες, οι οποίες, όπως παραδέχεται, υπάρχουν έντονα μέσα στο συγκεκριμένο διήγημα. Και σημειώνει πως «έτσι κι αλλιώς τα ίδια τα πρόσωπα του έργου, έχουν μια καραγατσική υπόσταση, θυμίζουν καραγατσικούς ήρωες»
Η ίδια η Χατζοπούλου επιμένει ότι αυτό που την απασχολεί δεν είναι ο απαγορευμένος έρωτας, που στην ουσία πρόκειται απλά για το έναυσμα αλλά όσα δεν λέγονται, όσα δε λέμε ποτέ. «Ό,τι δεν ομολογούμε, μέσα μας ριζοβολεί. Ό,τι δεν ομολογούμε μας κρατά αθώους», σημειώνει, συμπυκνώνοντας ίσως ολόκληρη τη φιλοσοφία του έργου.

Στην πρόβα γίνεται φανερό ότι ο Θέμης Πάνου αντιμετωπίζει το έργο όχι ως επίδειξη ερμηνευτικού ταπεραμέντου, αλλά ως μια βαθιά προσωπική κατάθεση. Όπως εξηγεί, εκείνο που τον συγκίνησε από την πρώτη ανάγνωση ήταν ότι οι άνθρωποι του έργου βιώνουν «το μεγάλο γεγονός της ζωής τους» χωρίς ποτέ να το κατονομάσουν. Αυτή η σιωπή είναι που καλείται να μεταφέρει στη σκηνή. «Δεν έχει να κάνει με ερμηνευτικές μεθόδους και φόρμες, έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο με συγκίνησε στην αρχική ανάγνωση και πώς αυτό θα μετατραπεί σε σκηνική εμπειρία» θα μου πει συμπληρώνοντας «Και για εμένα και για εσάς. Δηλαδή την απόλυτη ειλικρίνεια και αλήθεια ότι στο εδώ και τώρα λέω κάτι που ακόμα και τώρα με συγκινεί. Δεν είναι αυτό το απαύγασμα της λειτουργίας του ηθοποιού;»
Πίσω από την ιστορία της δασκάλας, ωστόσο, κρύβεται και μια βαθιά προσωπική κατάθεση της Βίλιας Χατζοπούλου. Η ίδια δεν διστάζει να παραδεχθεί ότι το διήγημα διαθέτει έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία. «Υπάρχουν δύο μανάδες, η μητέρα του Στάθη και της δασκάλας, που κυριαρχούν στην ιστορία και που είναι με έναν τρόπο οι δικές μου γιαγιάδες», λέει, εξηγώντας πως οι γυναικείες μορφές που ασκούν ασφυκτικό έλεγχο στη ζωή της ηρωίδας προέρχονται από τα δικά της βιώματα. Δεν είναι τυχαίο ότι στο έργο οι μητέρες λειτουργούν ως φορείς μιας πατριαρχίας που αναπαράγεται από τις ίδιες τις γυναίκες, επιβάλλοντας το “σωστό” και το “λάθος” στις επόμενες γενιές.
Καιρός να μιλήσουμε με λόγια απλά. Αυτό εννοώ. Γιατί και οι ψυχές μας σε λίγο θα κάνουν τα πάντα για να τους δοθεί αυτή η χάρη
Και αυτή ακριβώς η έννοια του «σωστού» γίνεται ο μεγάλος αντίπαλος της ηρωίδας. Είναι το μόνιμο ερώτημά της, εάν τελικά έπραξε το σωστό. Όλες οι αποφάσεις της υπαγορεύονται από την υποχρέωση να πράξει αυτό που θεωρεί κοινωνικά αποδεκτό. «Δεν μπορούσα να μην πάω στον διορισμό· ήταν το σωστό», λέει η δασκάλα στην αρχή της αφήγησης. Και κάπως έτσι ολόκληρη η ζωή της μοιάζει να καθορίζεται από κανόνες που ποτέ δεν διάλεξε η ίδια. Όταν, αργότερα, συνειδητοποιεί το συναίσθημα που τη συνδέει με τον νεαρό Στάθη, είναι ήδη αργά. Η κοινωνία έχει αποφασίσει γι’ αυτήν.

Η ερμηνευτική του ταυτότητα στην παράσταση δεν είναι τυχαία. Η Χατζοπούλου εξηγεί ότι έτσι κι αλλιώς από την πρώτη στιγμή δεν αναζητούσε μια νέα γυναικεία ερμηνεία. Αναζητούσε το πρόσωπο που θα μπορούσε να μεταφέρει το χώμα, τη σιωπή και την ανθρώπινη πυκνότητα του έργου. «Και σκέφτηκα, τον Θέμη, ένιωσα ότι αυτός είναι ο άνθρωπος που μπορεί να αφηγηθεί αυτή την ιστορία», σημειώνει. Και πράγματι, η αφήγηση αποκτά μια σχεδόν λαϊκή διάσταση, σαν μια ιστορία, ένα παραμύθι, μια «οικογενειακή παράδοση» που περνά από γενιά σε γενιά.
Η σκηνοθετική γραμμή ακολουθεί την ίδια λογική της αφαίρεσης. Το καντήλι γίνεται σύμβολο μνήμης, το ερειπωμένο σκηνικό θυμίζει έναν κόσμο που έχει χάσει τη στέγη του και η θάλασσα –αν και δεν εμφανίζεται ποτέ κυριολεκτικά– υπάρχει παντού: στον λόγο, στις παύσεις, στις αναπνοές του ηθοποιού. Η θάλασσα γίνεται ο τόπος της ελευθερίας αλλά και της εξορίας, εκεί όπου η ηρωίδα γνωρίζει τον εαυτό της και ταυτόχρονα χάνει για πάντα την αθωότητά της.
Πως δούλεψαν και οι δύο μαζί στη σκηνοθεσία; Τι πήρε ο ένας από τον άλλον; «Όταν μου ζήτησε η Βίλια να συνσκηνοθετήσω, λίγο τρόμαξα γιατί σκηνοθεσία, εγώ δεν έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου. Αλλά αποφάσισα να το ρισκάρω. Και τότε κατάλαβα αυτό που είπε κάποτε ένας Ιάπωνας πως μπορεί μπροστά μου να μην φαίνεται κανένα μονοπάτι αλλά αν κάνω ένα βήμα μπροστά, ήδη πίσω μου έχει εμφανιστεί ένας δρόμος». Ενώ η Βίλια Χατζοπούλου θα υπογραμμίσει πως «Ο Θέμης Πάνου εργάστηκε με απόλυτη ελευθερία πάνω στη γλώσσα του κειμένου μου, δημιουργώντας μια αφήγηση που μοιάζει να γεννιέται επί σκηνής, χωρίς να προδίδει ούτε στιγμή το δικό μου ύφος»
Φεύγοντας από την πρόβα, με συντρόφευσε η αίσθηση ότι η θεατρική εκδοχή αυτού του έργου επιχειρεί κάτι πιο δύσκολο: να ξαναδιαβάσει το ίδιο κείμενο μέσα από ένα διαφορετικό σώμα, μια διαφορετική φωνή και, τελικά, μια διαφορετική εποχή. Η ιστορία μιας νεαρής δασκάλας που τόλμησε να ονειρευτεί σε ένα μικρό κυκλαδίτικο νησί γίνεται σήμερα μια ιστορία για όλους εκείνους που κάποτε αναγκάστηκαν να σωπάσουν, να εγκαταλείψουν μια επιθυμία ή να θυσιάσουν ένα κομμάτι του εαυτού τους στο όνομα του «σωστού».

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη του έργου της Βίλιας Χατζοπούλου: ότι πίσω από τη μνήμη μιας άλλης Ελλάδας φωτίζει, με αφοπλιστική απλότητα, τις σιωπές που εξακολουθούν να καθορίζουν και τη δική μας εποχή. Και ίσως λειτούργησε στο έπακρο αυτό που ο Θέμης Πάνου με επίταση επέμενε και με αυτό αποφάσισα να κλείσω αυτήν την ανταπόκριση: «Η παράσταση αποτελεί μια εξόχως πολιτική πράξη, γιατί προσπαθήσαμε να επαναφέρουμε το θέατρο στην πιο ουσιαστική του μορφή. Είναι αυτό που λέει ο Σεφέρης, «γιατί την τέχνη μας την στολίσανε με πολλά φτιασίδια» και το πρόσωπό της χάλασε από τα μαλάματα. Καιρός να μιλήσουμε με λόγια απλά. Αυτό εννοώ. Γιατί και οι ψυχές μας σε λίγο θα κάνουν τα πάντα για να τους δοθεί αυτή η χάρη».
Η παράσταση θα παιχτεί στον Χώρο Β της Πειραιώς 260 την Τρίτη 30 Ιουνίου, την Τετάρτη 1 Ιουλίου και την Πέμπτη 2 Ιουλίου. Εισιτήρια μπορείτε να προμηθευτείτε ΕΔΩ
Σκηνοθεσία Θέμης Πάνου, Βίλια Χατζοπούλου
Κείμενο Βίλια Χατζοπούλου
Σκηνικά – Κοστούμια Δήμητρα Λιάκουρα
Φωτισμοί Στέβη Κουτσοθανάση
Σχεδιασμός ήχου Αλεξάνδρα Κατερινοπούλου
Σχεδιασμός βιντεοπροβολών – Φωτογράφιση Αποστόλης Κουτσιανικούλης
Βοηθός σκηνοθετών Μαρία Σταυροπούλου
Βοηθός σκηνογράφου Γιάννης Τσούχλος
Κατασκευή σκηνικών Θοδωρής Καρύδης
Κατασκευή κοστουμιού Βάσω Τσίκου
Οργάνωση παραγωγής Ars Ex Machina / Νάγια Μητσάκου
Ερμηνεύει ο Θέμης Πάνου
