Στην Πρόβα | «Μπουμπουλίνας 18» από τη Σοφία Καραγιάννη: κάνοντας θέατρο την ιστορία και την αλήθεια της
«Εγώ, αυτό που αφουγκράζομαι, είναι ότι το σύστημα δε θέλει καθόλου αλήθειες. Βιωματικές αλήθειες. Και δε μιλάω μόνο για αυτό που κάνουμε εδώ. Μιλάω για πολλές περιπτώσεις. Είτε αυτές λέγονται ναυάγιο στην Πύλο, είτε Τέμπη, είναι πολύ δύσκολο να ακουστεί πλέον μια αληθινή μαρτυρία. Και για αυτό νομίζω ότι είναι καθήκον μας να φέρουμε είτε στη σκηνή είτε στη ζωή μας, κάτι που να είναι μία αληθινή μαρτυρία γιατί εδώ το κείμενο της Κίττυς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Κανείς»
Δεν πάνε δύο χρόνια, που έχοντας παρακολουθήσει την πορεία της Σοφίας Καραγιάννη στις θεατρικές σκηνές είχα αναρωτηθεί γιατί τέτοιες δημιουργικές φωνές βρίσκονται έξω από τα κρατικά θέατρα και φορείς. Και να, που φέτος βρίσκομαι να παρακολουθώ πρόβα της, για το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και μάλιστα για μια θεατρική μεταφορά ενός έργου-ιστορικής μαρτυρίας.
Η «Οδός Μπουμπουλίνας 18», που γράφτηκε από την Κίττυ Αρσένη όταν βρίσκονταν καθοδόν για το Συμβούλιο της Ευρώπης στο Στρασβούργο για να καταθέσει την εμπειρία της από το κολαστήριο της χούντας στην Οδό Μπουμπουλίνας , αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ντοκουμέντα της νεοελληνικής ιστορίας. Η ηθοποιός Κίττυ Αρσένη συνελήφθη από τη χούντα το 1967 και μεταφέρθηκε στο κτήριο της Γενικής Ασφάλειας που τότε στεγάζονταν στην Οδό Μπουμπουλίνας (σήμερα εκεί στεγάζεται το Υπουργείο Πολιτισμού). Ηθοποιός, σκηνοθέτης, ένα βαθιά πολιτικοποιημένο πρόσωπο, η μαρτυρία της Κίττυς Αρσένης υπήρξε από τις πλέον σημαντικές για την αποκάλυψη των όσων συνέβαιναν πίσω από τις κλειστές πόρτες της χουντικού «γύψου»: βασανιστήρια, εξευτελισμοί, αυθαιρεσίες, απομόνωση. Ο φασισμός έδειχνε απροκάλυπτα το πρόσωπό του.

«Μου έφερε το έργο η Αμαλία» θα μου πει η Σοφία Καραγιάννη. «Αυτό που υπήρξε καταλυτικό για να αποφασίσω να το μεταφέρω στη σκηνή, είναι το γεγονός πως η Κίττυ υπήρξε ηθοποιός. Σήμερα, που η βία και ο φασισμός είναι πιο κοντά από ποτέ, που ξαναχτυπάν με θράσος και με ύπουλο τρόπο την πόρτα μας, δε νομίζω ότι υπάρχει αυτή τη στιγμή άνθρωπος που δουλεύει στο θέατρο που να μην ξυπνάει με μια αγωνία»
Πως γνώρισε το βιβλίο η Αμαλία; «Το βιβλίο μου το έδωσε όταν ήμουν 17 χρονών, έπαιζα σε μία παράσταση σχολική «Τα Γενέθλια» της Ζωρζ Σαρή θυμάμαι ότι καθόταν στην πρώτη σειρά. Το θέμα ήταν για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και εγώ διάβαζα τα απόσπασμα που λέγεται «Κατερίνα» χωρίς να ξέρω ότι η Κατερίνα είναι η Κίττυ, και μετά το τέλος μου λέει «θα σου δώσω κάτι τώρα να διαβάσεις»…
Στη σκηνή, η Αμαλία Αρσένη, ανηψιά της Κίττυς Αρσένη, ενσαρκώνει την Κίττυ. Την Κίττυ την ηθοποιό, την Κίττυ την αγωνίστρια, την Κίττυ την κρατούμενη, την Κίττυ που παρέμεινε πεισματικά ελεύθερη. Μια υπόκλιση προς το κοινό, το τέλος μιας παράστασης ελαφρού μπουλβάρ (έπαιζε τότε η Κίττυ στην «Κυρία του Μαξίμ»), σημαίνει την αρχή για μια άλλη παράσταση, για μια «παράσταση» που έμελλε να σημαδέψει την ίδια τη ζωή της, που έμελλε να αποτελέσει ιστορικό φάρο της νεότερης Ελλάδας.
Η Αμαλία-Κίττυ, απεκδύεται όλη την ελαφράδα, μεταφέρεται στο καμαρίνι της όπου ταυτόχρονα θα αποτελέσει και το κελί της. Ο καθρέφτης μετατρέπεται στην περίφημη «ταράτσα» της Μπουμπουλίνας, και οι θαυμαστές που άλλοτε μπαινόβγαιναν για συγχαρητήρια, είναι πια οι βασανιστές της, ο Μάλλιος, ο Λάμπρου και τα λοιπά καθάρματα της ιστορίας.
Η πρόβα της Αμαλίας και της Σοφίας, δεν είναι μια απλή διαδικασία. Είναι μια επίπονη αναδρομή, που εμπεριέχει αναπόφευκτα μια προσωπική εμπλοκή και απροσδόκητα μια ανασκαφή χαρακτήρων και ηθών. Η Αμαλία Αρσένη, παίρνει τη σκυτάλη από την Κίττυ, γίνεται η αγωνίστρια, γίνεται οι συγκρατούμενοι της, γίνεται οι βασανιστές της. Ένας βαθύς συναισθηματικός συγχρονισμός, μέσα από μια κοπιώδη εναλλασσόμενη σωματική ερμηνεία, όπου το στοιχείο της φαντασίας καταποντίζεται μέσα από τη σκληρή πραγματικότητα. Όχι, όσα συμβαίνουν στη σκηνή δεν είναι μυθοπλασία. Είναι η σκληρή αλήθεια.
«Υπάρχει μια πολύ μεγάλη δυσκολία σε αυτό που κάνει η Αμαλία στη σκηνή. Η προσωπική οικογενειακή σχέση της με την Κίττυ. Πρέπει να καμωθεί, πρέπει να υποκριθεί ότι αυτή τη γυναίκα δεν τη γνώρισε ποτέ. Ότι δεν ξέρει τη φωνή της, τις ανάσες της. Να μην φέρει το συναισθηματικό φορτίο που έχει το κείμενο. Και αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο, γιατί την Κίττυ, η Αμαλία τη γνώριζε καλά»
«Είναι σαν μια μουσική παρτιτούρα» θα συμπληρώσει η Αμαλία Αρσένη. «Είναι σαν να πρέπει να διασκευάσω ένα μουσικό κομμάτι που το ξέρω να το παίζω πάρα πολύ καλά στο πιάνο γιατί το έχω διαβάσει καλά και πολλές φορές. αλλά πρέπει να φύγω από αυτό, να το απαρνηθώ δηλαδή, δίνοντας του το δικό μου ιδιαίτερο χρώμα».
Πως πάλεψε με αυτό η Αμαλία Αρσένη; Πως είναι να υποδύεσαι έναν άνθρωπο που έζησες δίπλα του; «Πάντα ήθελα να κάνω αυτό το κείμενο. Την Κίττυ δεν τη γνώρισα μόνο ως θεία, την γνώρισα και μέσα από τις ίδιες τις αφηγήσεις του πατέρα μου. Αλλά πάντα ένοιωθα δυσανάλογο αυτό το χρέος. Το έπιανα και το άφηνα. Δείλιαζα να μπω μέσα σε αυτό το μεγαλείο της. Και είδα τη δουλειά της Σοφίας και άρχισε πλέον να φωνάζει μέσα μου ότι ήρθε η ώρα. Συζητήσαμε πολύ με τη Σοφία, εάν έπρεπε ο οικογενειακός δεσμός να ήταν η βάση της παράστασης. Και αποφασίσαμε πως όχι. Έτσι κι αλλιώς, την Κίττυ την φέρω μέσα μου, την φέρω και σωματικά, έχω κληρονομημένα χαρακτηριστικά. Στην παράσταση αντιμετωπίζω την Κίττυ, όσο μπορώ, αποστασιοποιημένα. Είναι μια οποιαδήποτε ηρωίδα, και είμαι μια οποιαδήποτε ηθοποιός»
Η σκηνοθεσία της Σοφιας Καραγιάννη δε συνομιλεί απλά με το παρελθόν. Επιμένει να βρίσκει δρόμους που οδηγούν στο παρόν και στο σήμερα. Οι τοίχοι της φυλακής που ανοίγουν και κλείνουν, τοίχοι που ορίζουν τον τόπο εξουσίας και καταστολής, γίνονται πλέον χωρία καλλιτεχνικής ανασύνθεσης και συλλογικής μνήμης. Και είναι μια σημαντική κατάθεση αυτή, σήμερα που επιχειρείται από ένα σύστημα που τα χει καταφέρει μια χαρά στη διαμόρφωση συνειδήσεων, να φέρει θαμμένες αλήθειες στο φώς. Να αφήσει «μαλαματένια λόγια στο χορτάρι για την άλλη τη γενιά»
«Εγώ, αυτό που αφουγκράζομαι, είναι ότι το σύστημα δε θέλει καθόλου αλήθειες. Βιωματικές αλήθειες. Και δε μιλάω μόνο για αυτό που κάνουμε εδώ. Μιλάω για πολλές περιπτώσεις. Είτε αυτές λέγονται ναυάγιο στην Πύλο, είτε Τέμπη, είναι πολύ δύσκολο να ακουστεί πλέον μια αληθινή μαρτυρία. Και για αυτό νομίζω ότι είναι καθήκον μας να φέρουμε είτε στη σκηνή είτε στη ζωή μας, κάτι που να είναι μία αληθινή μαρτυρία γιατί εδώ το κείμενο της Κίττυς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Κανείς».
Και θα συμπληρώσει με σημασία για το ίδιο το θέατρο: «Αναρωτιέμαι. τι νόημα ακόμα και σήμερα έχει τώρα όλο αυτό που κάνουμε εμείς εδώ (παρόλο που έχουμε να κάνουμε με ένα κείμενο αντίστασης) σε σχέση με αυτό που συμβαίνει γύρω μας αυτή τη στιγμή; Ακόμα και αυτό μου φαίνεται ότι δεν έχει φωνή. Και μιλάω για το έγκλημα που συμβαίνει γύρω μας, δηλαδή εμείς τώρα στην πρόβα πίνουμε καφέ, κουβεντιάζουμε, σχολιάζουμε… Αλλά, στην Παλαιστίνη για παράδειγμα, την ίδια αυτή στιγμή συμβαίνουν αδιανόητα πράγματα. Δεν ξέρω δηλαδή αν είναι αρκετή και η φωνή αυτού του πράγματος που πάμε να κάνουμε και πίστεψέ με αυτή είναι αυτή είναι η μεγαλύτερη μου αγωνία. Λέει μέσα και το κείμενο κάτι ανάλογο, αναρωτιέται η Κίττυ πώς πάνε οι άνθρωποι στο θέατρο να γελάσουν όταν συμβαίνουν όλα αυτά; Και να σου πω, πόσες παραστάσεις ανέβηκαν φέτος; Όλη αυτή η πληθώρα, που πήγε τελικά το θέατρο και τον θεατή; Τι του έδωσε; Και μεις κάνοντας από επιλογή πολιτικό θέατρο, παίζουμε με ένα παραλογισμό, πάμε την αληθινή μαρτυρία να τη βαφτίσουμε θέατρο. Αλλά είναι το δικό μας όπλο αυτό».
Οι δυσκολίες στην παράσταση; Πολλές. Όπως πολλές και οι συγκινήσεις . Η Αμαλία Αρσένη, συγκινημένη θα πει: «Τα δύσκολα ξεκίνησαν με την πρόβα. Έκανα μία ανάγνωση μόνη μου και δεν μπορούσα να πάω πέρα από τη δεύτερη πρόταση. Έβαλα τα κλάματα και δεν μπορούσα να συνεχίσω. Και μετά ξεκίνησα με τη Σοφία η οποία με ξεκλείδωσε μέσα από αυτοσχεδιασμούς προτεινοντας να μην μπούμε τελικά στο κείμενο κατευθείαν. Λύθηκα σωματικά. Συγκινούμαι πολύ στις σκηνές που η Κίττυ μοιράζει το φαγητό της στους συγκρατούμενούς της. Ξέρεις, αυτό είναι κάτι σαν οικογενειακή παράδοση. Η γιαγιά μου η Αμαλία, έκανε το ίδιο στην Κατοχή. Συγκινούμαι με αυτήν την αλληλεγγύη που έχει περάσει σχεδόν γονιδιακά στην οικογένειά μας»
Εκείνο που σε μαγνητίζει στην παράσταση είναι η δραματουργική συνθήκη της. «Μια φράση της Κίττυς ξεκλείδωσε μέσα μου όλη τη σκηνική τοποθέτηση. «Είναι στιγμές που δεν καταλαβαίνω αν βρίσκομαι στο κελί μου ή στο καμαρίνι μου». Και αυτό ήταν. Εκεί ανοίχτηκε διάπλατα όλη η δραματουργία. Κελί και καμαρίνι. Αγώνας και υποκριτική. Αγωνίστρια και ηθοποιός. Μια Κίττυ επί σκηνής που θα αφηγείται την ιστορία της, παραμένοντας πάντα ηθοποιός» και θα συμπληρώσει «Είναι πολύ σημαντικό για μένα το ότι ήταν ηθοποιός . Είναι πάρα πολύ σημαντικό ότι έκανε την τελευταία της υπόκλιση και μετά βρέθηκε σε αυτό το εφιαλτικό κολαστήριο.
«Είναι πολύ σημαντικό» θα παρέμβει η Αμαλία, «ότι αυτή η παράσταση γίνεται με αυτούσια υλικά του θεάτρου. Και αυτό θα συγκινούσε την ίδια την Κίττυ, αν έβλεπε την παράσταση. Θα γκρίνιαζε βέβαια με τα χειλόφωνα, που πάντα την έκαναν έξαλλη…»
«Με συγκινεί» θα πει η Σοφία Καραγιάννη, «που η σκηνογράφος μας Γεωργία Μπούρδα έφτιαξε αυτήν τη συνθήκη καμαρινιού, που έψαξε και βρήκε αυτήν την ιδιαίτερη ταπετσαρία της δεκαετίας του 60 που ντύνει τους τοίχους μας, με συγκινεί η δουλειά της επιμελήτριας της κίνησης της Μαργαρίτας Τρίκκα, που οδηγεί ακόμα και τις ανάσες σε αυτές τις δύσκολες εναλλαγές χαρακτήρων που πραγματώνει η Αμαλία. Η πολύ συγκινητική, εμβληματική και επικοινωνιακή με την εποχή μουσική του Μάνου Αντωνιάδη, τα φωτιστικά σύμπαντα της Βασιλικής Γώγου»
Στο περιθώριο της κουβέντας μας η Αμαλία Αρσένη, μου αποκάλυψε μια συζήτηση για το έργο που είχε με την αξέχαστη Ντίνα Κώνστα για το έργο. Ήταν αυτή που την παρότρυνε να το μεταφέρει στη σκηνή. Εκφράζοντας τους ενδοιασμούς της για το αν θα έπρεπε να παίζει η ίδια η Αμαλία το ρόλο της Κίττυς, η Ντίνα Κώνστα της απάντησε με το δεικτικό ύφος της «Αν δεν το κάνεις εσύ, τότε άστο χρυσό μου. Μόνο εσύ θα το μπορούσες»…
Η «Μπουμπουλίνας 18» δεν είναι απλώς μια παράσταση για τη Χούντα· είναι ένας καθρέφτης για τον σημερινό κόσμο. Έναν κόσμο που συνεχίζει να παράγει αποκλεισμούς, βία, έλεγχο και σιωπές. Οι μηχανισμοί εξουσίας αλλάζουν όψη, όχι πάντα πρόσωπο. Στη σκιά της πολιτικής απάθειας, της αστυνομικής αυθαιρεσίας, της κοινωνικής αδικίας και της επιτήρησης της καθημερινής ζωής, η τέχνη καλείται ξανά να αντισταθεί. Να θυμίσει, να αφυπνίσει, να συγκινήσει, να ραγίσει τη λήθη. Και η Σοφία Καραγιάννη, δείχνει το δρόμο….





