Κριτική | «όμικρονγιώτα» στην Πειραιώς 260: ένα «μαζί» γεμάτο μοναξιά

Κριτική | «όμικρονγιώτα» στην Πειραιώς 260: ένα «μαζί» γεμάτο μοναξιά. Το «όμικρονγιώτα» πέρα από ένα ευφυές γλωσσικό και εννοιολογικό εύρημα που ορίζει μια συγκεκριμένη ανθρώπινη κατάσταση (με επίθετα στον πληθυντικό) υποδηλώνει ακριβώς την ανθρώπινη αναγκαιότητα του “μαζί”. Ίσως όχι με κοινωνικούς όρους, όμως σίγουρα με τους όρους της ανθρώπινης επαφής. Η ιονεσκική φάρσα, επιχειρείται να μεταφραστεί σε μια ποιητική παραβολή.

74 χρόνια μας χωρίζουν από τη συγγραφή των «Καρεκλών» από τον Ευγένιο Ιονέσκο το 1952, 65 από το πρώτο ανέβασμά του στην Ελλάδα το 1961 στο Θέατρο Τέχνης από τον Κάρολο Κουν.

Στο έργο δύο ηλικιωμένοι, ως άλλο ξεχασμένο προπατορικό ζευγάρι, ζουν απομονωμένοι σε έναν πύργο περιτριγυρισμένο από νερό. Ο Γέρος έχει ένα «μήνυμα» να μεταφέρει στην ανθρωπότητα για να σώσει τον κόσμο. Για τον σκοπό αυτό, οργανώνουν μια μεγαλειώδη συγκέντρωση και προσκαλούν πλήθος επισήμων, τον Αυτοκράτορα και διανοούμενους. Το τραγελαφικό στοιχείο του έργου έγκειται στο ότι οι καλεσμένοι είναι αόρατοι. Καθώς οι αόρατοι επισκέπτες καταφθάνουν (ή μήπως δεν φτάνουν ποτέ;), το ζευγάρι τους υποδέχεται πυρετωδώς και κουβαλάει συνεχώς άδειες καρέκλες στη σκηνή για να τους φιλοξενήσει. Το κενό γεμίζει από την παντομίμα, τους φανταστικούς διαλόγους των ηλικιωμένων και τον αυξανόμενο αριθμό των καθισμάτων.

Η απουσία της επικοινωνίας, η κατάρρευση του λόγου, η παρουσία της απουσίας, η ψευδαίσθηση της ύπαρξης, ο εγκλωβισμός στο παρελθόν, η ματαιότητα των θεσμών και της εξουσίας, το αδύνατο «εμείς», η κατάρρευση της συλλογικότητας, είναι μόνο μερικά από τα πεδία συζήτησης και προβληματισμού που το έργο ανοίγει.

Ο Γιάννης Διδασκάλου, εκκινώντας από το Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ και φτάνοντας έως την Πειραιώς 260 του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου (στο πλαίσιο της πλατφόρμας νέων δημιουργών GEN 260), με την παράσταση που αποτελεί τη διπλωματική εργασία του με επόπτρια καθηγήτρια την Γλυκερία Καλαϊτζή, επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει ένα κλασικό έργο της σχολής του Θεάτρου του Παραλόγου. Με αρωγούς τους Αθανασία Χαλκιά, Αλέξανδρο Μαυρουδόπουλο, Γιάννη Δάφνη, Ζωή Πάπαρη στη δραματουργία) στο «ομικρογιώτα» επιχείρησε μια ρηξικέλευθη και εξαιρετικά ευαίσθητη ανάγνωση του έργου. Συνομιλώντας με τον Ιονέσκο, απομακρύνεται από αυτόν. Για να είμαι ακριβέστερος, επιχείρησε μια νοηματική μετατόπισή του, σε προσωποπαγείς δρόμους με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, μέσα από μια άλλη ανάγνωση βάζοντας στο περιθώριο τους πολιτικούς υπαινιγμούς του ανατρεπτικού συγγραφέα και δημιουργώντας έτσι ένα λυρικό έπος στην Αγάπη.

Στον Ιονέσκο, είμαστε μόνοι μας απέναντι στο κενό, στο «όμικρονγιώτα» είμαστε μαζί απέναντι στο κενό

Το «όμικρονγιώτα» πέρα από ένα ευφυές γλωσσικό και εννοιολογικό εύρημα που ορίζει μια συγκεκριμένη ανθρώπινη κατάσταση (με επίθετα στον πληθυντικό) υποδηλώνει ακριβώς την ανθρώπινη αναγκαιότητα του «μαζί». Σίγουρα όχι με κοινωνικούς όρους, όμως οπωσδήποτε με όρους ανθρώπινης επαφής. Η ιονεσκική φάρσα, επιχειρείται να μεταφραστεί σε μια ποιητική παραβολή. Η σκληρή, στα όρια του μηδενισμού, υπαρξιακή αγωνία του Ιονέσκο για την Ανθρωπότητα και τα αδιέξοδά της, θαμπώνει μέσα στο ολόλευκο περιβάλλον των Αθανασίας Χαλκιά και Ζωής Πάπαρη και των φωτισμών του Τάσου Παλαιορούτα και στη θέση της προβάλλει μια αισθητά διαφορετική προσπάθεια αισιόδοξης προοπτικής.

Το ηλικιωμένο ζευγάρι του 1952, είναι πια ένα ομόφυλο ζευγάρι το 2026 (μπορεί φίλοι, μπορεί αδερφοί, μπορεί εραστές, όλα υπαινίσσονται δημιουργικά). Η γεμάτη ενοχές σχέση του ηλικιωμένου ζευγαριού, που ανακυκλώνεται από την βαθιά αίσθηση της αποτυχίας και το παρελθόν, μετατρέπεται σε μια νεανική, ζεστή ανθρώπινη επαφή που ορίζεται από το τώρα. Η εστίαση πια επικεντρώνεται στην ανάγκη του ενός από τον άλλον και ο δικός τους πληθυντικός αριθμός είναι η άμυνά τους. Οι καρέκλες, αυτό το πολλαπλασιασμένο «τίποτα» του Ιονέσκο, στην παράσταση του Διδασκάλου φτιάχνουν τη γεωγραφία της εσωτερικής μοναξιάς απέναντι στην πληθωρικότητα του κόσμου. Δεν ενδιαφέρει πια η οικουμενικότητα της επικοινωνίας (κείται αδιάφορη ως προς το πρωταγωνιστικό δίδυμο σύμφωνα με την ανάγνωση της παράστασης) παρά η συντροφικότητα που ορίζεται από την Αγάπη.

Τα δύο νέα, σφριγηλά σώματα, όσο κι αν ψάχνουν το σημείο επαφής με τον υπόλοιπο κόσμο, μετά την αποτυχία επικοινωνίας, καταφεύγουν στο δικό τους, (εξίσου μοναχικό όμως) «μαζί». Δεν πέφτουν στο κενό, όπως οι ιονεσκικοί ήρωες αλλά «γραπώνονται» ο ένας από τον άλλον για να παραμείνουν ζωντανοί. Ο δρόμος και ο τρόπος καταδεικνύονται: είναι η Αγάπη. Στον Ιονέσκο, είμαστε μόνοι μας απέναντι στο κενό, στο «όμικρονγιώτα» είμαστε μαζί απέναντι στο κενό. Ενώ στον Ιονέσκο το φινάλε μας αφήνει με την πικρή διαπίστωση ότι «μάταια ζήσαμε και τίποτα δεν θα ακουστεί», στο «όμικρονγιώτα» το τέλος λειτουργεί ως μια λυτρωτική διαπίστωση: «μπορεί να είμαστε μόνοι στον κόσμο, αλλά τουλάχιστον έχουμε ο ένας τον άλλον». Και αυτή σε πρώτη ανάγνωση τουλάχιστον, είναι μια διαφορετική, αισιόδοξη προοπτική, αν τελικά το βάρος μετατοπιστεί από το «μόνοι» στο «μαζί».

Μια αισιόδοξη προοπτική  μιας παράστασης, που αν τη δει κανείς με αυστηρά δραματουργικούς όρους, απομάκρυνε το έργο από τον σαρκαστικό κυνισμό του, μιας και επένδυσε στην γιγάντωση της τρυφερότητας, καταφεύγοντας σε στιγμές σε έναν υπερβάλλοντα συναισθηματισμό. Μέσα σε αυτήν τη συνθήκη καταπνίγηκε το Παράλογο, με συνέπεια (και αυτό υπήρξε και το κυριότερο μειονέκτημα) η παράσταση να στερηθεί τη δυναμική μιας ολοκληρωμένης δραματικής κορύφωσης.

δεν μπορεί να μη δει κανείς στην παράσταση την έκφραση του φρέσκου, του ζωντανού, του δημιουργικού

Στην παράσταση έχει κρατηθεί ο έντονος λεκτικός ρυθμός του Ιονέσκο, έχει ωστόσο προσαρμοστεί (και σωστά ως προς την αισθητική της), χάρη στην κίνηση του Αλέξανδρου Γκουντινάκη, σε μια έντονη σωματικότητα, δημιουργώντας ποιητικές στιγμές, μελαγχολικά ιντερμέδια και ζωοφόρες εκλάμψεις. Οι Αλέξανδρος Μαυρουδόπουλος και Γιάννης Δάφνης, λειτουργούν σωματικά ως ένα ενιαίο σύστημα της παράστασης, σαν ένα νόμισμα με δύο όψεις που στριφογυρίζει στον αέρα φέροντας μπροστά πότε τη μία πλευρά του πότε την άλλη. Με σφριγηλότητα και πάθος κινούνται στη σκηνή, από την αρχική γύμνια τους μέχρι την έκδηλη ασπρόμαυρη μετατροπή τους σε αλληλοσυμπληρωμένο Γιν και Γιανγκ. Αλληλένδετοι και συμπληρωματικοί. Η κίνησή τους έχει μια ελαστικότητα που φορτίζει την ενέργειά τους στη σκηνή με ηλεκτρισμό, και την απαλλάσσει από τις ιδιότητες που φέρουν οι γκροτέσκ καρικατούρες. Η ερμηνευτική τους κατατομή είναι γήινη, ανθρώπινη, χωμάτινη. Περιλαμβάνει παύσεις, λούπες, άναρθρες αναπνοές, και μια διαρκή αναζήτηση της σωματικής επαφής, στοιχεία που επενδύονται με μια ανεπαίσθητη παιδικότητα και μια ευοίωνη αθωότητα. Και είναι αυτές ακριβώς οι δυο ιδιότητες που ελαφρύνουν την ερμηνεία των δύο νέων ηθοποιών από το βάρος της σκηνικής απειρίας και της κατά τόπους υποκριτικής αστάθειας. Τους παρακολουθείς με ένα χαμόγελο.

Το σκοτεινό, ηλεκτρονικό ηχοτόπιο του νεαρού Capétte από την Θεσσαλονίκη λειτουργεί περισσότερο ως σφυγμός της παράστασης παρά ως ηχητικός χρωματισμός της, φέρνοντας στην επιφάνεια τα σωματικά beats.

Τελευταίο σχόλιο: Τέσσερα , γιατί παρά τις όποιες ενστάσεις στη δραματουργία, δεν μπορεί να μη δει κανείς στην παράσταση την έκφραση του φρέσκου, του ζωντανού, του δημιουργικού, και μια έντονη διάθεση (και θάρρος θα συμπλήρωνα) ουσιαστικής τοποθέτησης και προβληματισμού στην κλασική δραματουργία. Όλων, όσων χρειάζεται το σύγχρονο θέατρο δηλαδή.

Η παράσταση παίχτηκε για μια μόνο ημέρα στις 6 Ιουνίου 2026, στον Χώρο Β της Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του φεστιβάλ για νέους δημιουργούς GEN260, του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου.

Σκηνοθεσία Γιάννης Διδασκάλου
Κείμενο – Δραματουργία Αθανασία Χαλκιά, Αλέξανδρος Μαυρουδόπουλος, Γιάννης Δάφνης, Γιάννης Διδασκάλου, Ζωή Πάπαρη
Σκηνικά – Ενδυματολογική επιμέλεια Αθανασία Χαλκιά, Ζωή Πάπαρη
Επιμέλεια κίνησης Αλέξανδρος Γκουντινάκης
Πρωτότυπη μουσική – Επιμέλεια ήχου Capétte
Βοηθοί σκηνοθεσίας Ειρήνη Μπάλκου Παπαδοπούλου, Φανή Πολυξένη Κουρτίδου Βλαχογιάννη
Φωτισμοί Τάσος Παλαιορούτας
Trailer – Βίντεο παράστασης Μαλβίνα Παπάζογλου, Ιάσονας Πρελορέντζος, Αθηνά Τρούσσα
Γραφιστικά Ζωή Πάπαρη
Φωτογραφία Αλέξανδρος Ζήλος, Κωνσταντίνος Ζήλος, Μαρία Καραπαναγιώτου, Ζωή Πάπαρη, Νίκος Μαυρομάτης
Εξωτερικοί συνεργάτες Σοφία Τριάντου, Ειρήνη Σεβαστοπούλου, Μαρία Καραπαναγιώτου
Παίζουν Αλέξανδρος Μαυρουδόπουλος, Γιάννης Δάφνης
Παραγωγή Librart Performing Arts Ensemble

- Advertisement -spot_img

Σχετικά άρθρα