Κριτική | Manolis -καρδιά σε τέσσερις χορδές: «ένα όνειρο.. τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο»

Κριτική | Manolis –καρδιά σε τέσσερις χορδές: «ένα όνειρο.. τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο». Η μη γραμμική αφήγηση, τα θραύσματα εσωτερικών μονολόγων, η χρήση αναδρομών και ονείρων, και μια πολυφωνική σκηνική ομοψυχία είναι τα εργαλεία τους. Τα μουσικά ιντερμέδια (απαραίτητα για μια προσωπικότητα σαν αυτή του Χιώτη), που προκύπτουν από τη ζωντανή ορχήστρα δεν επιτελούν αποκλειστικά ψυχαγωγικό ρόλο, όπως θα περίμενε κανείς σε μια τέτοια παράσταση, αλλά γίνονται μέρος του δραματουργικού οπλοστασίου της παράστασης.

Η παράσταση της Ιόλης Ανδρεάδη σε κείμενο δικό της και του Άρη Ασπρούλη για τον Μανώλη Χιώτη έχει κάτι το περίεργα ενδιαφέρον και ερεθιστικό σε σχέση με το θεατρικό είδος της παραστατούμενης βιογραφίας.

Είδος που γνωρίζει μια άνθηση στις μέρες μας, για λόγους που ίσως είναι και ανεξάρτητοι από την ίδια τη θεατρική και καλλιτεχνική διαδικασία και που κάποιος μπορεί να σκεφτεί (και δίκαια) ότι αποτελεί μια ασφαλή εμπορική επιλογή της παραγωγής, μιας και το κοινό προσέρχεται στο θέατρο έχοντας ήδη μια διαμορφωμένη άποψη για το πρόσωπο που βιογραφείται και το μόνο (τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο) που μένει στην παράσταση είναι να επιβεβαιώσει ή να αποδομήσει δημιουργικά αυτή την διαμορφωμένη εικόνα, ροκανίζοντας την οικονομία της στις ψυχαγωγικές αρετές του βιογραφούμενου.

Αλλά, σε αυτήν την περίπτωση, τα πράγματα δεν είναι έτσι ακριβώς.

Οι συγγραφείς δεν είναι βιογράφοι. Είναι πρωτίστως δραματουργοί, σκοπός τους δεν είναι μια στεγνή χρονολογική καταγραφή της ζωής του καλλιτέχνη , δεν είναι μια factography

Το δίδυμο Ανδρεάδη-Ασπρούλη, δείχνει να ασπάζεται μέσα από την παράσταση την ιστορική ρίζα της θεατρικής πράξης. Το θέατρο επιβιώνει εδώ και 2.500 χρόνια ακριβώς επειδή δείχνει «εμάς τους ίδιους». Υπό αυτό το πρίσμα, ο βίος ενός καλλιτέχνη, και εν προκειμένω του Μανώλη Χιώτη, δεν αφορά μόνο τον ίδιο, αλλά ο ίδιος γίνεται το όχημα για να μιλήσουμε για εμάς μέσα από αυτόν, για δικές μας καταστάσεις, δικά μας διλήμματα, δικές μας ματαιότητες και δικές μας φθορές.

Έτσι, το σκηνικό παιχνίδι κρίνεται πάνω στη λεπτή γραμμή της ιστορικής ανασύνθεσης, της λογοτεχνικής αφήγησης, και της πεποίθησης της ανθρώπινης ιδιότητας του εξιδανικευμένου στα μάτια των κοινών θνητών Μανώλη Χιώτη (εδώ να σημειώσουμε τη συμβολή του Δημήτρη Μανιάτη). Οι συγγραφείς δεν είναι βιογράφοι. Είναι πρωτίστως δραματουργοί, σκοπός τους δεν είναι μια στεγνή χρονολογική καταγραφή της ζωής του καλλιτέχνη , δεν είναι μια factography, αλλά να ανακαλύψουν και να φέρουν στην επιφάνεια τη «δραματουργική αλήθεια» πίσω από αυτήν τη ζωή. Και από το ερώτημα/reality «τι συνέβη» να μετατοπίσουν το κέντρο βάρους στο «τι ακολούθησε αυτό που συνέβη» και να μετατρέψουν το προσωπικό βίωμα σε καλλιτεχνική πράξη.

Η μη γραμμική αφήγηση, τα θραύσματα εσωτερικών μονολόγων, η χρήση αναδρομών και ονείρων, και μια πολυφωνική σκηνική ομοψυχία είναι τα εργαλεία τους. Τα μουσικά ιντερμέδια (απαραίτητα για μια προσωπικότητα σαν αυτή του Χιώτη), που προκύπτουν από τη ζωντανή ορχήστρα δεν επιτελούν αποκλειστικά ψυχαγωγικό ρόλο, όπως θα περίμενε κανείς σε μια τέτοια παράσταση, αλλά γίνονται μέρος του δραματουργικού οπλοστασίου της παράστασης. «Διαβάζουμε» σε στιγμές ένα θέατρο που προκύπτει από πρωτογενές υλικό (επιστολές, συνεντεύξεις κλπ), το οποίο θα μπορούσε να προσεγγίσει το docu-fiction, φανερώνοντας την επιστημονική έρευνα πριν το σκηνικό αποτέλεσμα. Ο χρόνος και δράση συμπυκνώνεται και η ζωή και το έργο του Χιώτη αναδιαμορφώνεται δομικά ώστε να εξυπηρετήσει τη θεατρική οικονομία και τη δραματική κορύφωση.

Η παράσταση κορυφώνεται μέσα από μια δραματουργία του πάλκου

Ωστόσο, παρατηρήσαμε μια σχετική επανάληψη κοινών συγκινησιακών μοτίβων. Ίσως γιατί η παράσταση εμπιστεύεται τόσο πολύ τη δύναμη του μύθου του Χιώτη και των τραγουδιών του, ώστε κάποιες σκηνές παρατείνονται περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, με αποτέλεσμα την απώλεια της δραματικής έντασης. Σε κάποιες άλλες στιγμές, με τη διπλή διανομή σε νεαρή και προχωρημένη ηλικία του Χιώτη, γινόμαστε μέτοχοι σε ένα πετυχημένο mise en abyme («τοποθέτηση στην άβυσσο»), όπου ο Μανώλης Χιώτης παρουσιάζεται δίπλα και μέσα στο είδωλό του.

Η παράσταση κορυφώνεται μέσα από μια δραματουργία του πάλκου. Επιλέγοντας σκηνογραφικά (σκηνικά Μαρία Φιλίππου), όλη η δράση να εξελίσσεται με φόντο το σκηνικό του μαγαζιού του Χιώτη «Pigals», δημιουργώντας ένα ρεαλιστικό σκηνικό χώρο εντός του ίδιου του αυθεντικού χώρου που δημιούργησε ο καλλιτέχνης, και υφαίνοντας τη σχετική ατμόσφαιρα της εποχής (κοστούμια Νίκος Χαρλαύτης, φώτα Στέλλα Κάλτσου) παρ’ όλες τις εξπρεσιονιστικές παραβάσεις της παράστασης, αναγνωρίζουμε αυτό που έγραψε ο Στανισλάφσκι ότι «η ρεαλιστική υποκειμενικότητα στη σκηνή, δεν αναπαριστά απλώς έναν άνθρωπο, αλλά αναδεικνύει την αυτονομία του υποκειμένου που αντιμετωπίζει». Η σκηνή γίνεται ο καθρέφτης της εσωτερικής ιδιοφυΐας του ήρωα.

Ο Γεράσιμος Γεννατάς στο ρόλο του ενήλικα Χιώτη, στέκεται μακριά από τον μιμιτισμό και απλώνεται περισσότερο στις εσωτερικές διαστάσεις του ήρωα και στη συνεχώς μετακινούμενη φύση του, πετυχαίνοντας τις συναισθηματικές διαβαθμίσεις και δίνοντας τον παλμό ενός ανθρώπου που άθελά του και μέσα από το έργο του, έγινε ένα από τα σύμβολα της εποχής του. Η Πέννυ Μπαλταζή ως Μαίρη Λίντα και η Βανέσα Αδαμοπούλου ως Ζωή Νάχη είναι οι γυναίκες που έπαιξαν τον μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή του Χιώτη. Οι σκηνές της Βανέσας Αδαμοπούλου αποτελούν ίσως τα πιο δυνατά σημεία της παράστασης, με την ηθοποιό να χτίζει τον χαρακτήρα της Ναχη τζαζάροντας μέσα από μια ξεχωριστή δραματουργική υπόσταση. Ο Αργύρης Αγγέλου, δείχνει να απολαμβάνει τον ρόλο κομπέρ, τόσο, ώστε να παγιδεύεται μέσα σε αυτόν, ακόμα και όταν υποδύεται τον Κώστα Χατζηχρήστο. Αρκούντως ισορροπημένος ανάμεσα στη λαϊκότητα και την ιδεολογική βαρύτητα ο Βασίλης Μαργέτης στους ρόλους του πατέρα του Μανώλη Χιώτη και του Μίκη Θεοδωράκη, με υποκριτική ευλυγισία ο Κωνσταντίνος Μουτσαφτσής υπηρετεί τον πολυπρόσωπο χαρακτήρα της παράστασης, εξόχως ταυτολογική η Μαρίας Κάλλας της Ελένης Μισχοπούλου. Ελπιδοφόρος ο νεαρός Θάνος Κόνιαρης με ένα πολλά υποσχόμενο θεατρικό πρόσωπο και ένα ολοκάθαρο θεατρικό στίγμα. Η σύντομη παρουσία της Πίτσας Παπαδοπούλου στο ρόλο της μητέρας του Χιώτη, προσθέτει ένα ιδιαίτερο χρώμα και συγκινησιακό φορτίο, με πολλαπλές λειτουργίες (καλλιτεχνικές και όχι μόνο) στην παράσταση. Η ιστορική της διαδρομή στο λαϊκό τραγούδι συνομιλεί απευθείας με το έργο του Χιώτη.

Μια παράσταση συνόλου, με λόγο, τραγούδι, μουσική και σκηνική δράση, που ωστόσο δεν υποκύπτει στην ευκολία του λαϊκού ξεφαντώματος και ξεμακραίνει από την επιβεβλημένη σε άλλες περιπτώσεις αυταρέσκεια και αγιογραφία. Και είναι αυτό ακριβώς το στοιχείο που μας ιντριγκάρει περισσότερο, για να επανέλθω στην εισαγωγή του παρόντος κειμένου.

Η παράσταση παίζει στο Αίθριο του Ελληνικού Κόσμου. Ημέρες παραστάσεων Ιούνιος: 18, 20, 21, 24, 25, 26, 28 Ιούλιος: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 23, 24, 25, 26, 30, 31. Εισιτήρια ΕΔΩ

Πρωτότυπο θεατρικό έργο: Ιόλη Ανδρεάδη & Άρης Ασπρούλης
Σκηνοθεσία: Ιόλη Ανδρεάδη
Σκηνογραφία: Μαρία Φιλίππου
Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Ζωγραφική σκηνικού – Φροντιστήριο: Βαλεντίνο Βαλάσης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σεμίνα Πανηγυροπούλου
Επιστημονικός Συνεργάτης: Δημήτρης Μανιάτης
Creative Agency: GridFox
Παίζουν
Πίτσα Παπαδοπούλου (Μητέρα Μανώλη Χιώτη) στις 18/6, 25/6, 16/7, 23/7, 30/7
Γεράσιμος Γεννατάς (Μανώλης Χιώτης)
Πέννυ Μπαλτατζή (Μαίρη Λίντα)
Βανέσα Αδαμοπούλου (Ζωή Νάχη, Grace Kelly)
Αργύρης Αγγέλου (Μουσικός, Κομπέρ, Κώστας Χατζηχρήστος)
Βασίλης Μαργέτης (Μίκης Θεοδωράκης, Πατέρας Μανώλη Χιώτη)
Ελένη Μισχοπούλου (Μητέρα Μανωλη Χιώτη, Μαρία Κάλλας)
Κωνσταντίνος Μουταφτσής (πολλαπλοί ρόλοι)
Θάνος Κόνιαρης (πολλαπλοί ρόλοι)
ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Παύλος Παφρανίδης (Ενορχήστρωση – Διδασκαλία, Μπουζούκι)
Βαγγέλης Καλαμάρας (Ντραμς, Κρουστά)
Κατερίνα Σεγκούνα-Πλιόγκου (Βιολοντσέλο)
Κωνσταντίνος Σαπούνης (Τρομπέτα)
Κώστας Μπουντούρης (Κιθάρα)

- Advertisement -spot_img

Σχετικά άρθρα