Κριτική | «Carcoma» στην Πειραιώς 250: …θα πει σαράκι! Το σημαντικότερο επίτευγμα της παράστασης είναι ότι διατηρεί τον πολιτικό πυρήνα του έργου της Μαρτίνεθ. Όπως και στο βιβλίο, το υπερφυσικό δεν λειτουργεί ως μέσο φυγής από την πραγματικότητα, αλλά ως εργαλείο ανάδειξης της κοινωνικής και πατριαρχικής βίας που διαπερνά γενιές γυναικών. Το φάντασμα εδώ δεν είναι παρά η μορφή που παίρνει η ιστορική μνήμη όταν βρίσκεται σε εγρήγορση.

Η σκηνική μεταφορά του μυθιστορήματος «Σαράκι» της Layla Martínez από την Αλεξία Παραμύθα επιχειρεί να μεταφέρει στη θεατρική γλώσσα τον ασφυκτικό κόσμο του βιβλίου, όπου η οικογενειακή μνήμη, η ταξική καταπίεση και η έμφυλη βία στοιχειώνουν όχι μόνο τους ανθρώπους αλλά και τον ίδιο τον χώρο της κατοίκησής τους.
Η επιστροφή στο Σπίτι μιας νεαρής γυναίκας που συγκατοικεί με τη γιαγιά της, μετά από προσωρινή κράτηση στη φυλακή, είναι το σημείο εκκίνησης μιας διαβρωτικής ιστορίας. Και οι δύο γυναίκες, σακατεμένες, γίνονται οι αφηγήτριες μέσα σε ένα Σπίτι, το οποίο αντιμετωπίζεται από τη συγγραφέα ως ζωντανός οργανισμός, κατοικημένος από ίσκιους και φαντάσματα του παρελθόντος. Ένα σπίτι που ζει, θυμάται κι εκδικείται.
Η σκηνοθεσία δε συναντιέται ούτε στιγμή με τον ρεαλισμό και επενδύει περισσότερο σε μια ποιητική και σωματική γραφή. Ο χορός των γυναικείων μορφών, οι φωνητικές συνθέσεις και η μουσική δημιουργούν ένα πυκνό ηχητικό και κινησιολογικό τοπίο που λειτουργεί ως συλλογική μνήμη των καταπιεσμένων γυναικών του έργου. Η διάσπαση της αφήγησης των δύο γυναικών και η εναλλαγή ανάμεσα στην εξομολόγηση και τη συμβολική σωματική ενέργεια του υπόλοιπου ανσάμπλ, το οποίο λειτουργεί ως χορική αντανάκλασή της με λαρυγγισμούς, ανάσες και φωνητικά ηχοτόπια, αποτελούν τη σκηνοθετική γραμμή της Αλεξίας Παραμύθα.
«Από αυτό το Σπίτι δεν ξεφεύγει κανείς», θα πει και θα ξαναπεί η γριά, υπενθυμίζοντας συνεχώς την ταξική θέση των γυναικών του, την προδιαγεγραμμένη ζωή τους στην Ισπανική ύπαιθρο, χωρίς μόρφωση, χωρίς κοινωνική αναγνώριση, με όνειρο ζωής τη μετοίκηση στην πρωτεύουσα. Πόσο ίδια παντού η ύπαιθρος αλήθεια!
Ένα σκηνογραφικό περιβάλλον από άπειρα πιάτα (Αριστοτέλης Αρμάντο Μέμα), που με σισύφειο τρόπο, σερβίρουν και τροφοδοτούν, ένας έξοχος συμβολισμός της πατριαρχικής ρίζας στα παρελθοντικά και απόλυτα ευθυγραμμισμένα κοστούμια (Ερνέστα Χατζηλεμονίδου), και μια ζωντανή μα καλά κρυμμένη κλασική κιθάρα με αρπίσματα Σεγκοβιανής ποιότητας, θαρρείς παιγμένα από την καρδιά της Ανδαλουσίας, αποτελούν το αισθητικό περιβάλλον, ενός έργου που έχει στον πυρήνα του, τη Λορκική θεματογραφία και συμβολισμό: γενιές γυναικών, ισπανική ενδοχώρα, πατριαρχία, ένα Σπίτι που είναι η ίδια η Ισπανία κατοικημένο από ζώντες και νεκρούς.
«Από αυτό το Σπίτι δεν ξεφεύγει κανείς», θα πει και θα ξαναπεί η γριά, υπενθυμίζοντας συνεχώς την ταξική θέση των γυναικών του, την προδιαγεγραμμένη ζωή τους στην Ισπανική ύπαιθρο, χωρίς μόρφωση, χωρίς κοινωνική αναγνώριση, με όνειρο ζωής τη μετοίκηση στην πρωτεύουσα. Πόσο ίδια παντού η ύπαιθρος αλήθεια! Το Σπίτι αποτελεί τη φυλακή τους και τον εκδικητή τους ταυτόχρονα. Είναι ο τόπος εγκλωβισμού του φύλου τους, της τάξης τους, της οικογένειας τους με (την έννοια του κοινωνικού πυρήνα). Οι ίσκιοι που κατοικούν το Σπίτι, δεν είναι άλλοι από τους νεκρούς του, οι νεκροί του Εμφυλίου στην Ισπανία, οι άποροι και φτωχοί νεκροί της Ισπανίας, οι κολασμένοι της χώρας, η εργατική τάξη της.
Και εδώ εισέρχεται το μίσος. Ένα μίσος ταξικό απέναντι σε όσους κατέχουν πλούτο, κύρος και εξουσία που έρχεται από τα βάθη των χρόνων, μια οργή γεννημένη μέσα από μακρόχρονες εμπειρίες κακοποίησης και καταπίεσης. Οι Χαράμπο, η οικογένεια-εργοδότης της αφηγήτριας, προσωποποιούν τη διαχρονική εξουσία των ισχυρών· είναι οι εκπρόσωποι μιας τάξης που οικοδομεί την ανωτερότητά της πάνω στην ταπείνωση των αδύναμων. Έτσι, η ταξική και προσωπική αγανάκτηση συσσωρεύεται αδιάκοπα, σαν σαράκι που διαβρώνει τα θεμέλια των σχέσεων, ώσπου να εκραγεί με καταστροφική ένταση.
Το σημαντικότερο επίτευγμα της παράστασης είναι ότι διατηρεί τον πολιτικό πυρήνα του έργου της Μαρτίνεθ. Όπως και στο βιβλίο, το υπερφυσικό δεν λειτουργεί ως μέσο φυγής από την πραγματικότητα, αλλά ως εργαλείο ανάδειξης της κοινωνικής και πατριαρχικής βίας που διαπερνά γενιές γυναικών. Το φάντασμα εδώ δεν είναι παρά η μορφή που παίρνει η ιστορική μνήμη όταν βρίσκεται σε εγρήγορση.
Είναι στιγμές, που η παράσταση αφήνεται σε μονοπάτια σκηνικής performance, και που η εικόνα επιχειρεί να εφορμήσει στο λόγο. Και να υπερισχύσει…
Ωστόσο, η έντονα ατμοσφαιρική και συμβολική προσέγγιση της παράστασης, που οδηγείται σε τελετουργικούς δρόμους δημιουργεί ένα κενό στη δραματουργική εξέλιξη, καθώς σε ορισμένα σημεία η εικαστική και κινησιολογική σύνθεση υπερισχύουν της αφηγηματικής σαφήνειας μέσα σε μια προσπάθεια αφομοίωσης εγνωσμένων σκηνικών τεχνικών, δυσκολεύοντας έτσι τη νοηματική προσέγγιση και πρόσληψή του. Είναι στιγμές, που η παράσταση αφήνεται σε μονοπάτια σκηνικής performance, και που η εικόνα επιχειρεί να εφορμήσει στο λόγο. Και να υπερισχύσει… Μια πιο δεμένη δραματουργική επεξεργασία (Αλεξία Παραμύθα, Αργυρώ Βλαχοπούλου) ίσως να βοηθούσε στην καθόλου γραμμική αφήγηση και στις νοηματικές εναλλαγές των αφηγητριών. Σε κάθε περίπτωση, διακρίναμε στην σκηνοθεσία της Αλεξίας Παραμύθα, ένα πολλά υποσχόμενο δημιουργικό υλικό, και μια αξιοσημείωτη προσπάθεια δημιουργίας σκηνοθετικής ταυτότητας, με αισθητική αντίληψη και όραμα.
Οι Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Ανδρομάχη Μπάρδη, Ελίνα Αντωνίου, Γαλάτεια Αγγέλη, Ελευθερία Σκουλάκη Λαζού, Δανάη Μερτζεμέκη, Έλμα Βλαστοπούλου λειτουργούν περισσότερο ως ένα ενιαίο σκηνικό σώμα παρά ως μεμονωμένες παρουσίες, υπηρετώντας με συνέπεια τη σκηνοθετική πρόταση. Οι ερμηνείες τους απομακρύνονται από τον ψυχολογικό ρεαλισμό και σχηματοποιούν μια αμιγώς σωματοποιημένη υποκριτική τοποθέτηση. Στοιχείο που ενισχύει τη σκοτεινή και τελετουργική ατμόσφαιρα της παράστασης. Θαυμάσια και σαγηνευτική η κιθάρα και οι πρωτότυπες συνθέσεις του Χρήστου Παπαδόπουλου. Οι σχεδόν στατικοί φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα, που κυριαρχούνται από επίμονη κιτρινωπή απόχρωση -μια αναφορά στο αβάσταχτο λιοπύρι της υπαίθρου, δημιουργούν μια αίσθηση χρονικής ακινησίας εντείνοντας το αίσθημα φθοράς.
Η παράσταση παίχτηκε για μια μόνο ημέρα στις 5 Ιουνίου 2026, στον Χώρο Β της Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του φεστιβάλ για νέους δημιουργούς GEN260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου.
Σκηνοθεσία Αλεξία Παραμύθα • Δραματουργική επεξεργασία Αλεξία Παραμύθα, Αργυρώ Βλαχοπούλου • Πρωτότυπη μουσική σύνθεση Χρήστος Παπαδόπουλος • Σκηνικά Αριστοτέλης Αρμάντο Μέμα • Κοστούμια Ερνέστα Χατζηλεμονίδου • Φωτισμοί Τάσος Παλαιορούτας • Φωνητικές συνθέσεις Chryssa Dom • Βοηθός σκηνοθέτριας Αργυρώ Βλαχοπούλου • Παίζουν Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Ανδρομάχη Μπάρδη, Ελίνα Αντωνίου, Γαλάτεια Αγγέλη, Ελευθερία Σκουλάκη Λαζού, Δανάη Μερτζεμέκη, Έλμα Βλαστοπούλου • Μουσικός επί σκηνής Χρήστος Παπαδόπουλος


