Άποψη | Ζάππειο: Το φιάσκο της εξέδρας και η «μπίζνα» του Πολιτισμού. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η υπόθεση δεν μοιάζει με μεμονωμένο περιστατικό. Όλα αυτά εντάσσονται στη λογική που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια (και είναι διακριτή σε όλο το φάσμα του Πολιτισμού) εμπορικής και επικοινωνιακής αξιοποίησης των μνημείων που συχνά συγκρούεται με την ανάγκη προστασίας τους. Από διαφημιστικές δράσεις εμπορικών ομίλων μέχρι θεαματικές εκδηλώσεις, η πολιτιστική κληρονομιά αντιμετωπίζεται όλο και συχνότερα ως φόντο για την παραγωγή εντυπώσεων και marketing. Η τάση αυτή δεν αφορά μόνο το Ζάππειο. Το Ζάππειο, όμως, αποτελεί χαρακτηριστικό φωτεινό παράδειγμα του κινδύνου που προκύπτει από την κυρίαρχη ιδεολογία.

Η εικόνα των συνεργείων να ξηλώνουν άρον-άρον την τεράστια εξέδρα που στήθηκε μπροστά από το Ζάππειο Μέγαρο δεν είναι απλά άλλη μια περίπτωση «ελληνικού» ταμπεραμέντου προχειρότητας, ανοργανωσιάς και ασυνεννοησίας φορέων. Είναι η ακριβής εικόνα μιας αντίληψης (της κυρίαρχης σε κυβέρνηση και φορείς της) που αντιμετωπίζει τα ιστορικά μνημεία ως σκηνικά επικοινωνιακών σχεδιασμών, ως πεδία marketing και όχι ως ζωντανά στοιχεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Ας μη γελιόμαστε. Δε χάθηκε μια πολιτιστική διοργάνωση. Γιατί δεν υπήρξε κατ’ ουσίαν ποτέ μια πολιτιστική διοργάνωση. Το περίφημο Φεστιβάλ Ολυμπίων, που τσάτρα-πατρα διαγγέλθηκε με κορώνες, ανέδυε από την προκήρυξη του πως κάποια «αρπαχτή» ετοιμαζόταν. Πως, ίσως, κάποιο παράθυρο βρέθηκε για την εμπορική εκμετάλλευση με πρόσχημα τον Πολιτισμό (πάντα ο Πολιτισμός αποτελεί πρόσχημα και όχι ουσία στην ακραία μορφή καπιταλισμού που βιώνουμε), τώρα που «κλείσαν οι δρόμοι» της Βασιλίσσης Όλγας – και πάλι με πρόσχημα μιας αχρείαστης και μόνο κατ’ όνομα ενοποίησης των αρχαιολογικών τοποσήμων της Αθήνας. Η περίπτωση του Ζαππείου συμπυκνώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο μια σειρά επιλογών που έχουν προκαλέσει έντονο προβληματισμό για τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τη διοίκηση ενός ιστορικού κληροδοτήματος.
Αντί λοιπόν για μια πολιτιστική πρόταση τι έχουμε; Έχουμε ένα ακόμη σύμβολο προχειρότητας, διοικητικής ανεπάρκειας, θεσμικής αλαζονείας και μιας «βιασύνης» να γεμίσει ο ντορβάς, δημιουργώντας μια ντε φάκτο κατάσταση. Η εξέδρα στήθηκε, ανακοινώθηκαν εκδηλώσεις, προγραμματίστηκαν παραστάσεις, έκλεισαν καλλιτέχνες και ξεκίνησε η επικοινωνιακή προώθηση του εγχειρήματος. Όλα αυτά, όμως, πριν εξασφαλιστούν οι απαραίτητες εγκρίσεις από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού.

Το θέμα το «σήκωσε» δημοσιογραφικά ο Νίκος Βατόπουλος στην Καθημερινή (διαβάστε ΕΔΩ) εκκινώντας από το αισθητικό αποτέλεσμα. Η φωτογραφία που δημοσίευσε συνοδεύτηκε από το σχόλιο του «Απίστευτο αυτό που συμβαίνει στο Ζάππειο! Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι δόθηκε άδεια για να στηθεί αυτή η κατασκευή!». Γιατί, το γεγονός αυτό από μόνο του θα έπρεπε να προκαλέσει σοβαρά ερωτήματα Το Ζάππειο δεν είναι ένας οποιοσδήποτε δημόσιος χώρος. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα νεότερα μνημεία της χώρας, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία του ελληνικού κράτους, τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την ίδια την ταυτότητα της Αθήνας. Κάθε παρέμβαση στον χώρο οφείλει να ακολουθεί συγκεκριμένες διαδικασίες προστασίας και ελέγχου. Οι διαδικασίες αυτές δεν υπάρχουν για να εμποδίζουν την ανάπτυξη πολιτιστικών δράσεων. Υπάρχουν για να διασφαλίζουν ότι η αξιοποίηση ενός μνημείου γίνεται με σεβασμό στην ιστορική και αισθητική του αξία.
Ωστόσο, η υπόθεση της εξέδρας φαίνεται να ακολούθησε αντίστροφη πορεία. Πρώτα κατασκευάστηκε το έργο και στη συνέχεια αναζητήθηκε η απαραίτητη θεσμική νομιμοποίηση. Η λογική αυτή δεν συνιστά απλώς διοικητικό σφάλμα. Αποκαλύπτει μια βαθύτερη νοοτροπία σύμφωνα με την οποία οι θεσμοί, οι γνωμοδοτήσεις και οι διαδικασίες αντιμετωπίζονται απλά ως τυπικές διεκπεραιώσεις που μπορούν να περιμένουν αν όχι να προσπερνούνται.
Πολίτες, αρχιτέκτονες, άνθρωποι του πολιτισμού και κάτοικοι της περιοχής εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην εικόνα μιας ογκώδους κατασκευής που αλλοίωνε το τοπίο και ουσιαστικά έκρυβε την πρόσοψη του ίδιου του Ζαππείου. Η αισθητική διάσταση δεν είναι δευτερεύουσα. Τα μνημεία δεν προστατεύονται μόνο ως κτίρια αλλά και ως μέρος ενός ευρύτερου ιστορικού και πολεοδομικού συνόλου. Όταν η εικόνα του Ζαππείου εξαφανίζεται πίσω από μια μεταλλική κατασκευή χιλίων θέσεων, τότε το ερώτημα από όλη την κοινωνία προκύπτει αποκαλυπτικό: εξυπηρετείται ή θυσιάζεται ο Πολιτισμός στο βωμό της μπίζνας;
Η ακύρωση του Φεστιβάλ Ολυμπίων και η αποξήλωση της εξέδρας αποτέλεσαν αναπόφευκτη εξέλιξη, μπροστά σε μια κοινωνία που αντέδρασε. Το οικονομικό κόστος, όμως, παραμένει. Κόστος που αφορά την κατασκευή, την απομάκρυνση, τις συμβατικές υποχρεώσεις προς καλλιτέχνες και συνεργάτες και, βεβαίως, το πλήγμα στην αξιοπιστία του ίδιου του οργανισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημόσιοι φορείς θα έπρεπε να λογοδοτούν για κάθε ευρώ που διαχειρίζονται, η υπόθεση δημιουργεί εύλογες απορίες για τον σχεδιασμό, την εποπτεία και τη λήψη αποφάσεων.

Έτσι, θα ήταν πολύ χρήσιμο, να απαντήσουν όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς, το Υπουργείο Οικονομικών ως εποπτεύων προϊστάμενος του κληροδοτήματος, ο κ. Λευτέρης Γιοβανίδης, που τοποθετημένος από την Κυβέρνηση ως πρόεδρος του νεοσύστατου φορέα ως Ν.Π.Ι.Δ. (σε λίγο ακόμα και η Βουλή των Ελλήνων υπό τέτοιο καθεστώς θα λειτουργεί, κατά κει πάει το πράγμα και ας φαίνεται υπερβολικό), πρόεδρος ο οποίος σιωπά επιμόνως ενισχύοντας δραματικά τα ερωτηματικά για την ευθύνη του, ακόμα και το ως συνήθως «νίπτω τας χείρας» μου ΥΠΠΟΑ, ή ο Δήμος Αθηναίων που σιωπηλά ανέχτηκε αυτήν την καταπάτηση δημοσίου χώρου για εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων τρίτων, δηλώνοντας μάλιστα συμμετοχή σε αυτό το αγγελθέν φεστιβάλ καλλιτεχνικών σχημάτων του.
Θα έπρεπε λοιπόν να απαντήσουν:
α. Σε ποια κατασκευαστική εταιρεία ανατέθηκε το όλο εγχείρημα και κάτω από ποια διαδικασία;
β. Ποιος πληρώνει το κόστος τόσο της εγκατάστασης όσο και του ξηλώματος ενός έργου που νύχτα αποφασίστηκε να γίνει και εν μία νυκτί ξηλώθηκε;
γ. Προβλέπεται αποζημίωση για τις παραγωγές που δήλωσαν συμμετοχή, και που ενώ «ξεπούλησαν» στην προπώληση, τώρα ένα μήνα μετά καλούνται να επιστρέψουν την αξία των πουλημένων εισιτηρίων; Και ποιος θα την πληρώσει;
δ. Θα αναλάβει κανείς την πολιτική ευθύνη και θα υπάρξουν ποινικές και διοικητικές ευθύνες;
Το περιστατικό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί στο πλαίσιο των αλλαγών που έχουν συντελεστεί στο Ζάππειο τον τελευταίο χρόνο. Η μετατροπή της Επιτροπής Ολυμπίων και Ζαππείου Κληροδοτήματος σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου παρουσιάστηκε ως αναγκαίο βήμα για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του οργανισμού και την υλοποίηση μεγάλων έργων ενόψει της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2027 (διαβάστε και το εξαιρετικό ρεπορτάζ της Εφημερίδας Συντακτών από τους Γιάννη Κιμπουρόπουλο και Βασιλική Τζεβελέκου ΕΔΩ).
Γίνεται φανερό ότι με αυτές τις αλλαγές αλλοιώνεται ο δημόσιος χαρακτήρας του κληροδοτήματος και αποδυναμώνονται οι εγγυήσεις που συνδέονται με τη διαχείριση ενός χώρου ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας. Δημιουργείται ένα μοντέλο διοίκησης περισσότερο εξαρτημένο από την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Η «υπόθεση της εξέδρας» έρχεται να ενισχύσει αυτές τις ανησυχίες, καθώς η πρώτη μεγάλη πρωτοβουλία της νέας διοίκησης κατέληξε σε μια θεσμική και επικοινωνιακή αποτυχία.

Και ο Λευτέρης Γιοβανίδης;
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται αναπόφευκτα ο πρόεδρος της Επιτροπής, σκηνοθέτης Λευτέρης Γιοβανίδης, άνθρωπος που έχει περάσει από διάφορες διοικητικές θέσεις σε διάφορους δημόσιους φορείς δημιουργώντας όμως σχεδόν πάντα ερωτηματικά. Για παράδειγμα αναφέρουμε την λήξη της θητείας του ως καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης με τις υπόνοιες οικονομικής κακοδιαχείρισης ή την παράτυπη λόγω έλλειψης ακαδημαϊκών προσόντων, παραμονή του στην καλλιτεχνική διεύθυνση του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, φερόμενου την εποχή εκείνη ως εκλεκτού του κ. Ιωσήφ Βουράκη, τότε προέδρου του Ο.Π.Α.Ν. (Οργανισμός Πολιτισμού Άθλησης και Νεολαίας του Δήμου Πειραιά). Έγραφα τότε (2/5/2023) σε σχετικό ρεπορτάζ μου στο fragilemag.gr ότι «…ο ΟΠΑΝ προχώρησε σε ανάθεση της θέσης στον Λευτέρη Γιοβανίδη, ο οποίος δεν είχε αποχωρήσει και με τις καλύτερες συνθήκες από το τιμόνι του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης. Μια ανάθεση που ονομάστηκε προσωρινή με την υπόσχεση της διεξαγωγής διαγωνισμού για την κάλυψη της θέσης, διαγωνισμού που προκυρήχθηκε τελικά, 3 ολόκληρα χρόνια μετά, μόλις στις αρχές Μαρτίου 2023, με τον Λευτέρη Γιοβανίδη να φέρει όλο αυτόν τον καιρό ατύπως τον τίτλο και να υπογράφει παράτυπα τα δελτία τύπου του ρεπερτορίου του θεάτρου ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής, δηλώνοντας σε προσωπικές συζητήσεις ότι εργάζεται αμισθί ως σύμβουλος ρεπερτορίου του Θεάτρου. Το ρεπορτάζ λέει ότι δυστυχώς ο Λευτέρης Γιοβανιδης δεν πληρούσε τις απαιτούμενες ακαδημαϊκές προδιαγραφές για την θέση, και ίσως για αυτό στην προκήρυξη για την κάλυψη της θέσης μπήκε ως όρος η προηγούμενη τριετής προϋπηρεσία του υποψηφίου σε αντίστοιχη θέση άλλου καλλιτεχνικού φορέα. Ένα μελανό σημείο, που εγείρει και ερωτήματα είναι η ανάθεση περιοδείας θεατρικής παραγωγής σε σκηνοθεσία του ίδιου, στη δική του εταιρεία παραγωγής “Θεατρικός Κύκλος”, πρακτική που ίσχυε και στις παραγωγές του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης κατά την περίοδο της θητείας του».
Άλλωστε ερωτηματικά, προκάλεσε και η ίδια η τοποθέτησή του στη θέση του προέδρου του Δ.Σ. (με υπέρογκο μισθό) του φορέα με το βαρύγδουπο κλασικιστικής αίγλης όνομα «Επιτροπή Ολυμπίων και Ζαππείου Κληροδοτημάτος», μιας και την ίδια στιγμή είναι καλλιτεχνικός διευθυντής και στο ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου. Η διοίκηση ενός οργανισμού όπως το Ζάππειο δεν περιορίζεται απλά και μόνο σε ένα καλλιτεχνικό καθήκον. Είναι καθήκον διοικητικό, θεσμικό και διαχειριστικό. Απαιτεί γνώση σύνθετων διαδικασιών, συντονισμό με κρατικές υπηρεσίες, διαχείριση δημόσιων πόρων και κυρίως ικανότητα πρόληψης λαθών που μπορούν να εκθέσουν τον οργανισμό. Πόσο μάλλον αυτήν την περίοδο που έχει εγκριθεί ένα δυσθεώρητο κονδύλι της τάξης των 29.000.000 ευρώ για την ανακαίνιση του μεγάρου ενόψει της ελληνικής προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2027.
Ένα πρόβλημα καθόλου προσωπικό
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι προσωπικό. Η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα πρόσωπο. Η ευθύνη για τη λειτουργία ενός δημόσιου οργανισμού βαραίνει συνολικά το μοντέλο διοίκησης που επιλέχθηκε και εκείνους που το σχεδίασαν. Όταν η κυβέρνηση επιλέγει πρόσωπα, καθορίζει αμοιβές, αλλάζει το θεσμικό πλαίσιο και αναθέτει τη διαχείριση δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, αναλαμβάνει και την πολιτική ευθύνη για τα αποτελέσματα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα. Πώς είναι δυνατόν ένας οργανισμός που προετοιμάζεται να διαχειριστεί ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ανακαίνισης και αναβάθμισης του Ζαππείου ενόψει του 2027 να εμφανίζει τέτοια ελλείμματα σχεδιασμού σε ένα έργο πολύ μικρότερης κλίμακας; Πώς μπορούμε να πειστούμε ότι υπάρχει επάρκεια και διαφάνεια για τη διαχείριση μεγάλων παρεμβάσεων όταν μια προσωρινή θεατρική εγκατάσταση καταλήγει σε ένα τέτοιο φιάσκο;
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η υπόθεση δεν μοιάζει με μεμονωμένο περιστατικό. Όλα αυτά εντάσσονται στη λογική που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια (και είναι διακριτή σε όλο το φάσμα του Πολιτισμού) εμπορικής και επικοινωνιακής αξιοποίησης των μνημείων που συχνά συγκρούεται με την ανάγκη προστασίας τους. Από διαφημιστικές δράσεις μέχρι θεαματικές εκδηλώσεις, η πολιτιστική κληρονομιά αντιμετωπίζεται όλο και συχνότερα ως φόντο για την παραγωγή εντυπώσεων και μόνο. Η τάση αυτή δεν αφορά μόνο το Ζάππειο. Το Ζάππειο, όμως, αποτελεί χαρακτηριστικό φωτεινό παράδειγμα του κινδύνου που προκύπτει από την κυρίαρχη ιδεολογία.

Η αξιοποίηση ενός ιστορικού χώρου δεν μπορεί να γίνεται με όρους αγοράς ούτε με λογικές επικοινωνιακής διαχείρισης. Οφείλει να υπηρετεί τον δημόσιο χαρακτήρα του μνημείου και να διασφαλίζει ότι κάθε παρέμβαση ενισχύει, και δεν υπονομεύει, την αξία του.
Η συζήτηση δεν κλείνει εδώ. Αντίθετα, τώρα ανοίγει. Και αν ξηλώθηκε το «θέατρο» κάτω από τις αντιδράσεις απέναντι σε μια επίδειξη θράσους και προχειρότητας, κανείς από τους εμπλεκόμενους φορείς δεν υπόσχεται, ότι δε θα βρεθεί στο άμεσο μέλλον, η νομότυπη φόρμουλα για την εμπορική διαχείριση του ιστορικού μνημείου και την καταπάτηση δημόσιου χώρου σε όφελος ιδιωτικών συμφερόντων. Εδώ θα είμαστε και θα τα δούμε να συμβαίνουν.
