Ασπασία Παπαθανασίου: Η μεγάλη τραγωδός που αφιέρωσε τη ζωή της στο αρχαίο δράμα. Συχνά τόνιζε ότι ο ηθοποιός οφείλει να υπηρετεί το κείμενο και όχι τον εαυτό του. Έλεγε: «Ο ηθοποιός πρέπει να είναι εργάτης του λόγου και όχι κυνηγός εντυπώσεων». Η θέση αυτή αντανακλούσε και τον τρόπο με τον οποίο εργαζόταν. Ήταν γνωστή για τη σχολαστική μελέτη των ρόλων της, τη γλωσσική ακρίβεια και την πειθαρχία που απαιτούσε από τον εαυτό της αλλά και από τους συνεργάτες της.

Η Ασπασία Παπαθανασίου υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού θεάτρου του 20ού αιώνα. Ηθοποιός, συγγραφέας, αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης και βαθιά μελετήτρια του αρχαίου δράματος, αφιέρωσε περισσότερο από ογδόντα χρόνια στην υπηρεσία της τέχνης.
Το όνομά της ταυτίστηκε με τους μεγάλους γυναικείους ρόλους της αρχαίας τραγωδίας και ιδιαίτερα με την Ηλέκτρα, τη Μήδεια και την Κλυταιμνήστρα, τις οποίες ερμήνευσε με τρόπο που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ελληνικό και διεθνές θεατρικό κοινό.
Γεννημένη στην Άμφισσα το 1918, κόρη του φιλολόγου Ευθύμιου Παπαθανασίου, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η παιδεία και η πνευματική καλλιέργεια είχαν κεντρική θέση. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και αποφοίτησε με άριστα το 1940. Τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα έγιναν στον θίασο της Μαρίκα Κοτοπούλη, ενώ αργότερα συνεργάστηκε με κορυφαίους καλλιτέχνες της εποχής της, όπως ο Δημήτρης Ροντήρης, ο Μάνος Κατράκης και ο Σπύρος Ευαγγελάτος.

Η πορεία της δεν περιορίστηκε στη θεατρική σκηνή. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση και παρέμεινε πολιτικά ενεργή σε όλη τη ζωή της. Η ίδια πίστευε ότι η τέχνη δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από την κοινωνία και τον άνθρωπο. Αυτή η βαθιά πολιτική και ηθική στάση επηρέασε τόσο τη ζωή όσο και τις ερμηνείες της.
Η μεγάλη καλλιτεχνική της καταξίωση ήρθε μέσα από το αρχαίο δράμα. Στο Πειραϊκό Θέατρο του Ροντήρη πρωταγωνίστησε σε παραστάσεις που ταξίδεψαν σε περισσότερες από τριάντα χώρες, φέρνοντας τον ελληνικό πολιτισμό σε κοινά της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας. Η ερμηνεία της στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή θεωρήθηκε ιστορική και αποτέλεσε σημείο αναφοράς για πολλές επόμενες γενιές ηθοποιών.
Η ίδια αντιμετώπιζε το αρχαίο δράμα όχι ως μουσειακό είδος αλλά ως ζωντανό λόγο. Σε μία από τις συνεντεύξεις της είχε δηλώσει: «Η τραγωδία δεν μιλά για ανθρώπους του παρελθόντος. Μιλά για τον άνθρωπο κάθε εποχής». Η φράση αυτή συνοψίζει τη φιλοσοφία της απέναντι στο θέατρο: τα αρχαία κείμενα παραμένουν διαχρονικά επειδή αγγίζουν τα μεγάλα ανθρώπινα ζητήματα – τη δικαιοσύνη, την εξουσία, τον πόνο, την ελευθερία και την ευθύνη.
Συχνά τόνιζε ότι ο ηθοποιός οφείλει να υπηρετεί το κείμενο και όχι τον εαυτό του. Έλεγε: «Ο ηθοποιός πρέπει να είναι εργάτης του λόγου και όχι κυνηγός εντυπώσεων». Η θέση αυτή αντανακλούσε και τον τρόπο με τον οποίο εργαζόταν. Ήταν γνωστή για τη σχολαστική μελέτη των ρόλων της, τη γλωσσική ακρίβεια και την πειθαρχία που απαιτούσε από τον εαυτό της αλλά και από τους συνεργάτες της.

Οι άνθρωποι που συνεργάστηκαν μαζί της μιλούσαν για μια προσωπικότητα απαιτητική αλλά βαθιά αφοσιωμένη στην τέχνη. Η Λυδία Κονιόρδου την περιέγραψε ως μια γυναίκα «αφοσιωμένη και πρωτοπόρο στην τέχνη της», επισημαίνοντας τη βαθιά γνώση της πάνω στον αρχαίο τραγικό λόγο.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών βρέθηκε στο εξωτερικό και ανέπτυξε έντονη αντιδικτατορική δράση. Η παραμονή της στην Ευρώπη δεν περιόρισε τη δημιουργικότητά της. Αντίθετα, συνέχισε να προωθεί το ελληνικό θέατρο διεθνώς και να διδάσκει την αξία του αρχαίου δράματος.
Εκτός από ηθοποιός υπήρξε και συγγραφέας. Στο βιβλίο της «Σελίδες Μνήμης» κατέγραψε βιώματα από τη ζωή και την καλλιτεχνική της διαδρομή, προσφέροντας πολύτιμες μαρτυρίες για το ελληνικό θέατρο και την ταραγμένη ιστορία του 20ού αιώνα.
Η Παπαθανασίου συνήθιζε να μιλά με θαυμασμό για τη δύναμη της ελληνικής γλώσσας. Σε συνέντευξή της είχε πει: «Η γλώσσα της τραγωδίας είναι μουσική· αν τη σεβαστείς, θα σου αποκαλύψει το νόημά της». Η αντίληψη αυτή εξηγεί γιατί οι ερμηνείες της ξεχώριζαν για την καθαρότητα της άρθρωσης και τη μοναδική εκφραστικότητα της φωνής της, στοιχεία που αναγνωρίζονται ως βασικά χαρακτηριστικά της υποκριτικής της τέχνης.
Οι διακρίσεις που έλαβε ήταν πολλές. Τιμήθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία με τον τίτλο του Αξιωματούχου των Τεχνών και των Γραμμάτων, βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και ανακηρύχθηκε Ταξιάρχης του Τάγματος του Φοίνικος από την Ελληνική Πολιτεία. Οι τιμές αυτές αναγνώρισαν όχι μόνο την καλλιτεχνική της αξία αλλά και τη συμβολή της στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού διεθνώς.
Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της παρέμεινε πνευματικά δραστήρια. Σύμφωνα με μαρτυρίες συνεργατών της, εργαζόταν και μελετούσε αδιάκοπα ακόμη και σε πολύ προχωρημένη ηλικία. Η παρουσία της λειτουργούσε ως ζωντανός σύνδεσμος ανάμεσα στις μεγάλες θεατρικές παραδόσεις του 20ού αιώνα και στις νεότερες γενιές ηθοποιών.
Όταν έφυγε από τη ζωή το 2020, σε ηλικία 102 ετών, ο καλλιτεχνικός κόσμος μίλησε για το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Ωστόσο, η κληρονομιά της παραμένει ζωντανή. Οι ηχογραφήσεις, τα βιβλία, οι παραστάσεις που άφησε πίσω της και κυρίως η διδασκαλία της συνεχίζουν να εμπνέουν όσους αναζητούν την ουσία του θεάτρου.
Γιατί η Ασπασία Παπαθανασίου δεν υπήρξε απλώς μια σπουδαία ηθοποιός. Υπήρξε μια προσωπικότητα που συνέδεσε την τέχνη με τη γνώση, τη μνήμη και τους κοινωνικούς αγώνες. Με τη βαθιά της πίστη στη δύναμη του λόγου και του πολιτισμού απέδειξε ότι το αρχαίο δράμα δεν είναι ένα μακρινό κειμήλιο του παρελθόντος, αλλά ένας ζωντανός τρόπος να κατανοήσουμε τον άνθρωπο και τον κόσμο. Και αυτή ακριβώς είναι η παρακαταθήκη της.

Επίμετρο: Μια μαρτυρία της Ασπασίας Παπαθανασίου για τα Δεκεμβριανά και την Ελένη Παπαδάκη
«Στη διάρκεια της Κατοχής, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, ήμουν στον εφεδρικό ΕΛΑΣ, εδώ στην Αθήνα. Μόλις έγινε η απελευθέρωση ζήτησα να φύγω γιατί ήξερα ποια θα είναι η εξέλιξη. Έφυγα… Με μια ομάδα ηθοποιών (Αλέκα Παΐζη, Αλέξης Δαμιανός, Μάνος Ζαχαρίας, Άλκη Ζέη) και με επικεφαλής τον Γιώργο Σεβαστίκογλου φτιάξαμε το «Λαϊκό Θέατρο». Είχαμε νοικιάσει, με λεφτά του KKE, Πατησίων και Στουρνάρα, το θέατρο Παπαϊωάννου και με μεγάλο ενθουσιασμό το ετοιμάζαμε. Είχαμε βρει ένα έργο, ενός Λιδάκη με τίτλο «’41-’44», και αρχίσαμε τις πρόβες.
Εκείνες τις μέρες είχαν προγραμματίσει το κόμμα και οι οργανώσεις μια μεγάλη συγκέντρωση. Κατεβήκαμε από το θέατρο με τα λάβαρα και τον ενθουσιασμό μας. Πλημμύρισε η Αθήνα ανθρώπους που έφθασαν από παντού άοπλοι. Όπως προχωρούσαμε, βρέθηκα ανάμεσα στον κόσμο, εκεί στον Άγνωστο Στρατιώτη. Απέναντι ήταν το υπουργείο Εσωτερικών, νομίζω. Στην ταράτσα, προτού αρχίσει το μακελειό, ήταν άνθρωποι που κρατούσαν όπλα. Σε λίγο άρχισαν να μας πυροβολούν. Έγινε πανικός, χαμός.
Εκείνο που δεν μπορώ να ξεχάσω είναι ότι πολλά παιδιά περνούσαν με τις σημαίες, που βάφονταν στα αίματα των παιδιών που είχαν σκοτωθεί. Δεν ξαναγυρίσαμε βέβαια στο θέατρο. H πρόκληση έγινε. Πώς ξεκίνησε, δεν ξέρω. Και μετά, η σύγκρουση. Ήμασταν άοπλοι κι όποιος πει το αντίθετο θα πω βαριά κουβέντα. Ο άνδρας μου δεν ήταν στο θέατρο (είχαμε παντρευτεί με τον Κώστα Μαυρομάτη έναν μήνα πριν τα Δεκεμβριανά), και το ίδιο βράδυ βρεθήκαμε στο σπίτι. Μέναμε τότε στην οδό Χαλκοκονδύλη. Οι ηθοποιοί πήραμε εντολή από το κόμμα να κάνουμε ομάδες ψυχαγωγίας και να πηγαίνουμε στους μαχητές, στην πρώτη γραμμή. Φτιάχναμε κάτι σκετσάκια, δεν παίζαμε Αισχύλο φυσικά… Θυμάμαι ένα βράδυ μπήκαμε από κάποιο σπίτι κάτω από το Εθνικό Θέατρο – τα παιδιά του ΕΛΑΣ είχαν σκάψει – και βγήκαμε στην Ομόνοια. Παίξαμε λίγο και φύγαμε.
Οι περιοχές που ήταν τα εργοστάσια είχαν πέσει στα χέρια του ΕΛΑΣ της Αθήνας. Τα ανοίξανε και πλάκωσε ο κόσμος μέσα. Ο άνδρας μου ήταν σε μια αχτίδα προς την Αχαρνών. Του δίνει λοιπόν εντολή το κόμμα να πάει σε μια αποθήκη τροφίμων, γιατί συνέβαιναν φοβερά πράγματα. Με πήρε μαζί του. Ο κόσμος πεινασμένος ήταν εκεί και άνοιγε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Ένα άλλο βράδυ έρχεται η Ολυμπία Παπαδούκα και μου λέει «Πιάσανε την Παπαδάκη». Τρέξαμε να πάμε να βρούμε την καθοδήγηση. Ώσπου να πάμε, μάθαμε ότι τη σκότωσαν…
Πάλι κάποιο βράδυ έρχεται η Παπαδούκα και μου λέει ότι τραυματίστηκε ο άνδρας μου. Τον είχαν στο νοσοκομείο στη Νέα Ιωνία. Πήγα να τον βρω. Αυτό που βλέπουμε σήμερα στο Ιράκ και προ ετών είδαμε στη Γιουγκοσλαβία, το είδα τότε εκεί. Δεν μπορούσες να περπατήσεις: άνθρωποι ματωμένοι στο πάτωμα που τους είχαν χτυπήσει τα αεροπλάνα. Ακούω μια κραυγή, ήταν μια συνάδελφος που είχε γράψει στον τοίχο «Θέλω να ζήσω», μια θαρραλέα γυναίκα. Βρήκα τον Κώστα, τον άνδρα μου. Του λέω ότι από την καθοδήγηση μας είπαν ότι το βράδυ θα γίνει γενική επίθεση του ΕΛΑΣ. Μου λέει: «Τη μάχη τη χάσαμε. Αν δεν ξαναϊδωθούμε, να σηκωθείς να φύγεις, να μη μείνεις στην Αθήνα. Αν προλάβεις, φέρε μου λίγο ρύζι κι ένα μαξιλάρι».
Μας κόλλησαν ότι η Παΐζη κι εγώ ήμαστε υπεύθυνες για τον θάνατο της Παπαδάκη. Μετά τη Βάρκιζα έγινε μια δίκη. Διαβάζαμε τα πρακτικά της στο «Έθνος». Είχαν αποφασίσει να εκτελέσουν τον εκτελεστή τής Παπαδάκη. Τον είχαν πάει φυλακή. Στο δικαστήριο βγήκε όλη η αλήθεια, ότι την Παπαδάκη τη σκότωσε ένας πράκτορας των Εγγλέζων που είχε κάνει κι άλλα πράγματα. Εμείς δώσαμε τα πάντα στον απελευθερωτικό αγώνα και μας έγραφαν έξω από το σπίτι «θα πεθάνετε κουμμούνια»».
