Κριτική | «Η Κατάρρευση» από τον Γιώργο Σίμωνα: η Οδύσσεια της αυτογνωσίας

Κριτική | «Η Κατάρρευση» από τον Γιώργο Σίμωνα: η Οδύσσεια της αυτογνωσίας. Ο Γιώργος Σίμωνας προσεγγίζει το έργο συλλαμβάνοντας σε ένα ενιαίο καλλιτεχνικό βλέμμα όλες αυτές τις διαφορετικές και πολύπλευρες παραμέτρους της παράστασης. Το μεγάλο στοίχημα του, αδιαμφισβήτητα, υπήρξε η αποφυγή μιας απλής εικονογράφησης του λογοτεχνικού κειμένου και η ανάδειξη της υπαρξιακής του διάστασης: μιας πορείας κατά την οποία ο άνθρωπος παύει να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στην εικόνα του και λοξοδρομεί συνειδητά στο εσωτερικό του.

Διχάστηκα να επιλέξω ποια φράση του έργου «Η κατάρρευση» του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, έτσι όπως ακούστηκε στην παράσταση του Γιώργου Σίμωνα στο Θέατρο Rabbithole, θα συνόδευε το εισαγωγικό κείμενό μου.

«Η ζωή είναι μια διαδικασία κατάρρευσης», θα ήταν μια καλή επιλογή. Μετά ακούστηκε «Ο Μεγάλος Γκάσμπυ δεν ήταν τόσο μεγάλος τελικά» και η ομολογία στον ήρωα-πυγμάχο «ήσουν η πνευματική μου συνείδηση», λίγο αργότερα «…και της ψυχής μου αφέντης είμαι εγώ» και στο τέλος το μυστηριώδες αλλά εμπνευσμένο «στις σκοτεινές νύχτες της ψυχής είναι πάντα 03:00».

Υπάρχουν καταρρεύσεις που δεν συνοδεύονται από θόρυβο. Δεν εκδηλώνονται με μια θεαματική ή εκκωφαντική πτώση, αλλά συντελούνται αθόρυβα, στο εσωτερικό του ανθρώπου, μέχρι τη στιγμή που η συνειδητοποίησή τους γίνεται αναπόφευκτη, οριστική και αμετάκλητη Αυτήν ακριβώς τη λεπτή, επώδυνη διεργασία επιχειρεί να φωτίσει η «Κατάρρευση» του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, και να μορφοποιήσει δίνοντας της μια κυβιστική διάσταση ο Γιώργος Σίμωνας, αναλαμβάνοντας τη διασκευή, τη σκηνοθεσία και τη σκηνογραφία του έργου.

Αφετηρία της παράστασης είναι το ομώνυμο δοκιμιακό και αποσπασματικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα (μοιάζει σαν σημειώσεις σε ημερολόγιο) το οποίο συνδέεται με την προσωπική και καλλιτεχνική κρίση του, αλλά όπως μπορεί να συνειδητοποιήσει κανείς υπερβαίνει τα όρια μιας αυτοβιογραφικής εξομολόγησης. Ο Φιτζέραλντ, εμβληματική μορφή της Εποχής της Τζαζ, γνώρισε τη λάμψη της επιτυχίας και τη γοητεία ενός κόσμου που υποσχόταν πλούτο, αναγνώριση και ευτυχία. Πίσω, ωστόσο, από τη λαμπερή επιφάνεια συσσωρεύονταν η απογοήτευση, η ανασφάλεια και η αίσθηση της κενότητας. Η «Κατάρρευση» δεν αφορά, επομένως, μόνο έναν άνθρωπο που δοκιμάζεται, αλλά διαβάζεται ως μια συμβολική αποτύπωση της αποσύνθεσης ενός ολόκληρου συστήματος αξιών, το οποίο πηγάζει από το οικονομικοκοινωνικό σύστημα της Αμερικής της εποχής του, το οποίο ταυτίζει την ανθρώπινη αξία με την επιτυχία και την κοινωνική καταξίωση.

Η επιτυχία της θεατρικής μεταφοράς ενός τέτοιου αντιθεατρικού έργου δεν είναι δεδομένη γιατί σκοντάφτει πάνω σε λογοτεχνικά προσκόμματα. Το πρώτο ζητούμενο για μια σκηνική μεταφορά της «Κατάρρευσης» είναι ο μηχανισμός της μετατροπής της φύσης του εσωτερικού μονολόγου σε ζωντανή σκηνική δραματουργία. Το κείμενο του Φιτζέραλντ κινείται ανάμεσα στην αυτοπαρατήρηση, την ειρωνεία, τη νοσταλγία και την οδυνηρή αναμέτρηση με τον εαυτό του συγγραφέα. Δεν στηρίζεται τόσο στην εξωτερική δράση όσο στη σταδιακή αποκάλυψη ενός εσωτερικού κόσμου που ψηλαφίζει βήμα-βήμα τα θραύσματά του. Η θεατρική διασκευή καλείται, συνεπώς, να βρει τον τρόπο με τον οποίο αυτή η εσωτερική περιπέτεια μπορεί να αποκτήσει σώμα, ρυθμό και σκηνική υπόσταση.

Νεολογισμοί στο κείμενο, κινηματογραφικές προβολές/αναφορές, πολλαπλά στοιχεία αναχρονισμού (η έγχρωμη τηλεόραση, η παρενδυτική σερβιτόρα) κωμικοί συμβολισμοί (το μαχαίρι της κριτικού λογοτεχνίας με το οποίο καταβροχθίζει ένα ολοκληρωμένο πιάτο),τα σπασμένα δόντια του πυγμάχου, η κα Εκλέρ και η κα Μπανόφι) το «μικρό πουλί» του συγγραφέα και το «μεγάλο» του Χεμινγουέη, δεν είναι απλά δραματουργικά στοιχεία-λύσεις, ούτε κειμενικές υπογραμμίσεις και ευρήματα. Χρωματίζουν την ατμόσφαιρα νουάρ (δίνει masterclass o Γιώργος Σίμωνας σε αυτό) και προβάλλουν μέσα από τις σκιές και τους υποφωτισμούς του Γιώργου Βλαχονικολού, ένα ολόκληρο γκροτέσκο σύμπαν, που στέκεται θαρρείς στο περιθώριο του λογικού.

Ο Γιώργος Σίμωνας προσεγγίζει το έργο συλλαμβάνοντας σε ένα ενιαίο καλλιτεχνικό βλέμμα όλες αυτές τις διαφορετικές και πολύπλευρες παραμέτρους της παράστασης. Το μεγάλο στοίχημα του, αδιαμφισβήτητα, υπήρξε η αποφυγή μιας απλής εικονογράφησης του λογοτεχνικού κειμένου και η ανάδειξη της υπαρξιακής του διάστασης: μιας πορείας κατά την οποία ο άνθρωπος παύει να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στην εικόνα του και λοξοδρομεί συνειδητά στο εσωτερικό του.

Η σκηνοθετική προσέγγιση έχει ως κεντρικό άξονά της αυτήν τη σύγκρουση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι. Η πολυμεσικότητα της παράστασης με όλα τα επιμέρους στοιχεία της, τις μουσικές της Τώνιας Ράλλη τα εύγλωττα κοστούμια της Δήμητρας Λιάκουρα τα εφέ του Αλέξανδρου Λόγγου, τα video και τις προβολές των Ελεάννας Γιασεμή και Παναγιώτη Λαμπή, ακόμα και η περιμετρική της σκηνής τοποθέτηση του κοινού, υπογραμμίζουν ότι πάντα η κατάρρευση θα παραμονεύει, κι είναι η δική μας θέση απέναντι στα πράγματα εάν θα αφεθούμε σε αυτήν και θα την βοηθήσουμε να εξελιχθεί ή θα την εμποδίσουμε. Η επιτυχία, η κοινωνική αποδοχή και η δημιουργική αυτοπεποίθηση δεν παρουσιάζονται ως αυτονόητες κατακτήσεις, αλλά ως ατελεύτητος αγώνας ενάντια στην απώλεια της αυτοεκτίμησης μέσα από τους ίδιους τους μηχανισμούς της κοινωνίας..

Οι Γιάννης Γιαννούλης, Ματίνα Περγιουδάκη, Ιφιγένεια Γρίβα, Σίσσυ Μαράθου, Αχιλλέας Βατρικάς, Μιχάλης Ζαχαρίας, Στάθης Κόκκορης και ο ίδιος ο Γιώργος Σίμωνας σε ρόλο-έκπληξη, προσφέρουν τη δυνατότητα να αντιμετωπιστεί η «Κατάρρευση» όχι αποκλειστικά ως η ιστορία ενός απομονωμένου δημιουργού, αλλά και ως μια συνθήκη που διαμορφώνεται μέσα από τη σχέση του με τους άλλους, τις κοινωνικές προσδοκίες και τις αντιφάσεις της ανθρώπινης επικοινωνίας.

Η γραμματέας, ο πυγμάχος, η κόρη, ο αντζέντης, η κριτικός λογοτεχνίας στην παράσταση δεν είναι πρόσωπα – μορφές στη ζωή του συγγραφέα Φιτζέραλντ. Η αλήθεια είναι πως και ο Φιτζέραλντ του Γιάννη Γιαννούλη, παύει να είναι η σχηματοποιημένη μορφή του ήρωά του. Στην παράσταση, παίρνει το ιδεολογικό σχήμα ενός Οδυσσέα, που παλεύει με τους δικούς του Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, περνάει από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, προσκαλείται στη λήθη από τους Λωτοφάγους, σε μια ατέρμονη περιπλάνηση στα σκοτάδια του. Με ένα βλέμμα συνεχώς σε έκπληξη, αντιμετωπίζει τη σκοτεινή πορεία του ήρωά του ο Γιάννης Γιαννούλης, με μια δόση αποστασιοποίησης και μια ολοφάνερη στιβαρή ερμηνευτική απόπειρα του ταξιδιού αυτογνωσίας, με όρους ευαισθησίας. Δύσκολο πάντρεμα.

Ένας Οδυσσέας που επιχειρεί να αναμετρηθεί με την αναζήτηση της πραγματικής του ταυτότητάς. Η σκηνική παρουσία των ηθοποιών καλείται να υπηρετήσει αυτήν τη διπλή πραγματικότητα: την εξωτερική ανάγκη διατήρησης μιας εικόνας και μιας εποχής και την εσωτερική αδυναμία να προβληθεί η διαχρονικότητά της. Σε μια κοινή δραματουργική ποιότητα αναμετρώνται με την ακρίβεια της χροιάς του λόγου, τις παύσεις, τη σωματική ένταση και την προοπτική να αναδεικνύονται οι αντιφάσεις του μυαλού και της εποχής μέσα από μια διακριτική ειρωνία.

Τελικά, η «Κατάρρευση», μέσα από την οπτική του Γιώργου Σίμωνα, θέτει ένα ερώτημα που υπερβαίνει τον βιογραφικό κόσμο του συγγραφέα: τι απομένει από τον άνθρωπο όταν οι βεβαιότητες, οι φιλοδοξίες και οι ρόλοι που τον προσδιόριζαν παύουν να λειτουργούν και καταρρέουν; Όταν κατεδαφίζεται η αυτοεικόνα μας; Σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να επιβραβεύει την «παραγωγικότητα», την «επιτυχία» και την αδιάκοπη «αυτοβελτίωση», το έργο υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε δημόσια εικόνα υπάρχει ένας άλλος κόσμος, συχνά πιο σύνθετος και αντιφατικός από όσο επιτρέπουν οι κοινωνικές συμβάσεις να φανεί. Και ότι η αναμέτρηση με αυτόν δεν συνιστά παραίτηση· αλλά μπορεί να είναι η αρχή μιας δύσκολης διαδικασίας ουσιαστικής επαφής με την αλήθεια μας.

Η παράσταση παίζεται στο Θέατρο Rabbithole για δεύτερή χρονιά κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00. Εισιτήρια μπορείτε να προμηθευτείτε ΕΔΩ

Διασκευή – σκηνοθεσία – σκηνογραφία: Γιώργος Σίμωνας
Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα
Φροντιστήριο: Ηώς Αντωνοπούλου
Μουσική: Τώνια Ράλλη
Φωτισμοί – Video: Γιώργος Βλαχονικολός
Προβολές – Video mapping: Ελεάννα Γιασεμή, Παναγιώτης Λαμπής
Τίτλοι Video: Παναγιώτης Λαμπής
Ειδικά εφέ: Αλέξανδρος Λόγγος
Graphic Design: Ηλίας Πανταλέων
Φωτογραφία: Μαρία Τούλτσα
Δάσκαλος Γεωργιανών: Λουκάς Τριανταφυλλίδης
Βοηθός σκηνοθέτη: Όλγα Ζιάζιαρη
Βοηθός ενδυματολόγου & αντικειμένων: Γιάννης Τσούχλος
Βοηθός ηλεκτρολόγου – φωτιστή: Γιώτα Μακρή
Χειρισμός φωτισμού – ήχου – προβολών: Γιώργος Βλαχονικολός, Γιώτα Μακρή
Κατασκευή σκηνικού: Sickmyduck.lab
Φωτιστικές κατασκευές: Γιώργος Βλαχονικολός, Γιώργος Ιεραπετρίτης
Ηχογραφήσεις – Sound Design: Socos
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη
Social Media: Χρύσα Παριανού
Οργάνωση παραγωγής: Ιωάννα Μακαβέι
Ηθοποιοί: Γιάννης Γιαννούλης, Ματίνα Περγιουδάκη, Ιφιγένεια Γρίβα, Σίσσυ Μαράθου, Αχιλλέας Βατρικάς, Μιχάλης Ζαχαρίας, Στάθης Κόκκορης, Γιώργος Σίμωνας

- Advertisement -spot_img

Σχετικά άρθρα