Γέλωτες και λυρισμός στην Επίδαυρο – αμφίρροπες εντυπώσεις από ένα, το ίδιο, Σαββατόβραδο. Δύο παραστάσεις που παίχτηκαν ταυτόχρονα δηλώνοντας περίτρανα τη δυσκολία της αναζήτησης στίγματος σε ένα Φεστιβάλ όπως αυτό των Αθηνών και της Επιδαύρου, όταν πρέπει να συνυπολογιστούν πολλοί και σε κάποιες περιπτώσεις αντικρουόμενοι παράγοντες.

Παρθενικό ταξίδι στην Επίδαυρο για δύο εκ διαμέτρου διαφορετικές παραστάσεις στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου και Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου. Δύο παραστάσεις που παίχτηκαν ταυτόχρονα δηλώνοντας περίτρανα τη δυσκολία της αναζήτησης στίγματος σε ένα Φεστιβάλ όπως αυτό των Αθηνών και της Επιδαύρου, όταν πρέπει να συνυπολογιστούν πολλοί και σε κάποιες περιπτώσεις αντικρουόμενοι παράγοντες.
Τουρνέ
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()

Ψάχνω να βρω ένα λόγο, γιατί επαναλήφθηκε φέτος (και μάλιστα εγκαινίασε το φετινό προγραμματισμό) η παράσταση του Ευριπίδη Λασκαρίδη «Τουρνέ».
Και η τραγική αλήθεια είναι, ότι ούτε στην πρώτη εξ αναβολής πρεμιέρα της το καλοκαίρι του 2022 στην Μικρή Επίδαυρο (ήταν προγραμματισμένη για το 2021 αλλά είχε ακυρωθεί λόγω της μεγάλης πυρκαγιάς στην περιοχή), είχα βρει ουσιαστικό καλλιτεχνικό λόγο να βρίσκεται ανάμεσα στις προτάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου που είχε καταρτίσει τότε η Κατερίνα Ευαγγελάτου. Βεβαίως, κατανοώ, ότι πολλές φορές (να μην πω τις περισσότερες) εκτός από καλλιτεχνικοί είναι και άλλοι οι λόγοι που επηρεάζουν την κατάρτιση ενός φεστιβαλικού προγράμματος: προσωπικοί, οικονομικοί, συντεχνιακοί, ακόμα και πολιτικοί ή απλά «εξυπηρετικοί». Ειδικά, όταν μιλάμε για αναθέσεις και «παντρέματα» παραγωγών-σκηνοθετών… (σε αυτό το τελευταίο θα επανέλθω στο μέλλον).
Επανέρχομαι στα της παράστασης του περασμένου Σαββάτου, όπου παρακολουθήσαμε την επανάληψη μιας παράστασης που προσπάθησε να πείσει για το σατιρικό της αποτέλεσμα με τη χρήση εξαιρετικά παλαιών, ασφαλών αλλά -το κυριότερο – εκφυλισμένων υλικών παρόλο το άλλοθι της επίκλησης του Αριστοφάνη. Η απαραίτητη σε αυτές τις περιπτώσεις παρένδυση, η εμμονική χρήση βωμολοχίας, όχι σαν συνοδευτικό εργαλείο της θεατρικής γραφής, αλλά ως αποκλειστικό και εξασφαλισμένο μέσο παραγωγής γέλιου, η πρόφαση κάποιων απροσδόκητων (αλλά επί της ουσίας τόσο αναμενόμενων) gags, η ακατάσχετη πορδολογία και πεολογία, η γκροτέσκο σκηνογραφία/ενδυματολογία, η πληθωρική κινησιολογία, η χορογραφία ψευτο-επιθεωρησιακού μιμητισμού και μια αναπόφευκτη για την ισορροπία εκβίαση συναισθήματος και συγκίνησης (με την επίκληση ζώντων και τεθνεώτων ανθρώπων του θεατρικού στερεώματος) οδήγησαν σε μια παράσταση, που φανέρωσε (και ίσως αυτή ήταν η μοναδική επιτυχία της) την ένδεια και την υποκρισία ολόκληρου του πολιτιστικού αφηγήματος του κυρίαρχου ιδεολογικού εθνικού οικοδομήματος μας στο θέατρο. Οι ίδιοι οι δημιουργοί και πιθανότατα οι ειδήμονες που την επέλεξαν, δε θα περνούσαν ούτε απ’ έξω, αν παίζονταν η ίδια ακριβώς παράσταση από άλλο θίασο σε κάποιο θέατρο στην οδό Δεληγιάννη του Μεταξουργείου ή στο πάρκο Σ.Ε.Φ. στο Φάληρο, και θα απέστρεφαν το πρόσωπο φτύνοντας τον κόρφο τους. Αλλά, τώρα μιλάμε για «ένα τρυφερό βλέμμα στις αλλοπρόσαλλες ιστορίες που αφηγούμαστε για τη σχέση μας με την αρχαιότητα και ως μια σκωπτική ανασκαφή στην προσωπική μυθολογία του δημιουργού» και για «μια κωμική τραγωδία που ισορροπεί ανάμεσα στην αφοσίωση και τον αυτοσαρκασμό». Μπαρμπούτσαλα, δηλαδή!
Βεβαίως υπήρχε άφθονος γέλωτας στο κοινό, βεβαίως υπήρχαν πληθωρικά χάχανα, αλλά ακόμα και το υποστηρικτικό συντεχνιακό «πουσάρισμα» από τις κερκίδες (μιας και το κοινό στην πλειοψηφία του ήταν από το χώρο των παραστατικών τεχνών), έμεινε τελικά μετέωρο και χωρίς «κάθαρση», αφού ό,τι ξεκινούσε να θίξει η παράσταση, περιορίζονταν εντέλει σε έναν ημιτελή και επιφανειακά φαιδρό σχολιασμό. Ταλαντούχος, πράγματι στον χορό ο Ευριπίδης Λασκαρίδης, αλλά – ως φάνηκε- δεν είναι όλοι για όλα.
«(Άλκηστις) Τοπίο μετά την Υπόσχεση»
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()

Και μετά μεταφερθήκαμε σε μια άλλη διάσταση, στο Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου, σε μια παράσταση που δικαιώνει την επιλογή του Μιχαήλ Μαρμαρινού να την εντάξει στον προγραμματισμό του φετινού Φεστιβάλ. Εκεί, όπου ο Δημήτρης Καμαρωτός, τα μεσάνυχτα, την ώρα που η παράδοση θέλει να «στοιχειώνεται» η φύση, προσέγγισε την «Άλκηστη» του Ευριπίδη σε μια επιχείρηση μετουσίωσης. Σύμμαχος του η μουσική του από ένα κουιντέτο εγχόρδων και βεβαίως η Κωνσταντία Τάκαλου, που έμοιαζε εκείνη τη νύχτα, να έχει χάσει τη σωματική οντότητα της και να περιφέρεται σαν χατζιδακικό Αερικό ανάμεσα στα χαλάσματα του αρχαιολογικού χώρου της Επιδαύρου.
Ο Δημήτρης Καμαρωτός, στο «(Άλκηστις) Τοπίο μετά την Υπόσχεση», δεν ανεβάζει την Ευριπίδεια τραγωδία, αλλά αποδομεί τη δραματική αφήγηση της και οικοδομεί ένα ηχητικό και σκηνικό περιβάλλον όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει ανασταλεί. Αισθάνομαι έντονα ότι εκκινεί από το μορφολογικό και αισθητικό σύμπαν της «Τέταρτης Διάστασης» του Γιάννη Ρίτσου, μιας και η παράσταση επεδίωξε να διερευνήσει όσα απομένουν μετά την πράξη της δραματικής πράξης: τη μνήμη, την απουσία, την ηχώ της υπόσχεσης. Ο Δημήτρης Καμαρωτός, ανιχνεύει όλα αυτά τα στοιχεία, μέσα στα ίδια τα συντρίμμια του δράματος και μέσα από την αντίληψή του για το θέατρο ως πεδίο ακουστικής και αισθητικής έρευνας. Η μουσική του αποτελεί τον κυρίαρχο δραματουργικό πυρήνα της παράστασης. Με λεπτές ηχητικές υφές και παύσεις ανοίγει διάπλατα αυτήν την μεταφυσική, θαρρείς, διάσταση του τοπίου δίνοντας υπόσταση στο τρίστρατο του ήχου, της εικόνας και της ερμηνείας.
Η Κωνσταντία Τάκαλου με ενέργεια, κινητικότητα, αλλά ταυτόχρονα με εσωτερική αυτοσυγκράτηση, και καθαρότητα άρθρωσης σε ένα πυκνό και συνάμα αφαιρετικό κείμενο, αποφεύγει τις συναισθηματικές ευκολίες και αφήνει το ερμηνευτικό της οπλοστάσιο να μετατραπεί σε σώμα του ποιητικού και μουσικού λυρισμού.
Ίσως σε στιγμές, απομακρυνθήκαμε από την ελλιπή δραματουργική εξέλιξη, ίσως σε στιγμές «χαθήκαμε» στην μεταδραματική φόρμα της ή να μην ευτυχήσαμε σε μια συναισθηματική εμπλοκή και συνεύρεσή μας με τα προτάγματα της παράστασης. Ωστόσο, δεν μπορούμε να μείνουμε ασυγκίνητοι στην υψηλή αισθητική της, στην υποβλητική ατμόσφαιρά της και στην αξίωσή της (η οποία επετεύχθη σε μεγάλο βαθμό) να μετασχηματίσει τον αρχαίο μύθο σε μια σύγχρονη στοχαστική εμπειρία.
Η παράσταση «Τουρνέ» του Ευριπίδη Λασκαρίδη παίχτηκε στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου. Η παράσταση «(Άλκηστις) Τοπίο μετά την Υπόσχεση» του Δημήτρη Καμαρωτού παίχτηκε στο Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου.
Τουρνέ
Σύλληψη – Σκηνοθεσία Ευριπίδης Λασκαρίδης
Κείμενο – Χορογραφία Η ομάδα
Κοστούμια Άγγελος Μέντης
Πρωτότυπη Μουσική – Ηχητικός Σχεδιασμός Γιώργος Πούλιος
Σκηνογραφία Λουκάς Μπάκας
Συνεργάτις σκηνογράφος Φιλάνθη Μπουγάτσου
Σύμβουλος φωτισμών Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Συνεργάτης φωτιστής Βαγγέλης Μούντριχας
Σκηνικά αντικείμενα Όλγα Βλάσση
Ειδικές κατασκευές Κωνσταντίνος Χαλδαίος
Σύμβουλος δραματουργίας Αλέξανδρος Μιστριώτης
Καλλιτεχνικός συνεργάτης – Αντικαταστάτης ερμηνευτής Δημήτρης Ματσούκας
Καλλιτεχνική συνεργάτις Τατιάνα Μπρε
Βοηθός σκηνοθέτη Γιάννης Σαβουιδάκης
Βοηθός Ενδυματολόγος Αλέγια Παπαγεωργίου
Τεχνικός διευθυντής Κωνσταντίνος Μαργκάς
Ηχολήπτης Κωστής Παυλόπουλος
Τεχνικός φωτισμού Γιώργος Ιεραπετρίτης
Συντονιστής παραγωγής Νίκος Χαραλαμπίδης
Συντονισμός λειτουργιών OSMOSIS Νικολέτα Μπριασούλη
Φωτογράφος Ελίνα Γιουνανλή
Μετάφραση υπερτίτλων Ορφέας Απέργης
Ερμηνεύουν Ευριπίδης Λασκαρίδης, Αμαλία Κοσμά, Ευθύμιος Μοσχόπουλος
Οργάνωση – Εκτέλεση παραγωγής POLYPLANITY Productions / Βίκυ Στρατάκη
Συμπαραγωγή Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, ομάδα OSMOSIS
Ένα έργο του Ευριπίδη Λασκαρίδη και της Ομάδας OSMOSIS
«(Άλκηστις) Τοπίο μετά την Υπόσχεση»
Παραστατική σύνθεση – Δραματουργία – Μουσική Δημήτρης Καμαρωτός
Σύνθεση κειμένου βασισμένη στην Άλκηστη του Ευριπίδη
Βοηθός σκηνοθέτη Σύλβια Λιούλιου
Δραματουργία κειμένου Νίκος Φλέσσας, Σύλβια Λιούλιου
Σκηνικός χώρος – Διαμόρφωση τοπίου Γιώργος Ρυμενίδης
Σχεδιασμός φωτισμών Γιάννης Δρακουλαράκος
Σχεδιασμός ήχου χώρων παράστασης – Χειρισμός Κώστας Μπώκος
Κοστούμι Μαρία Πανουργιά
Ερμηνεύει η Κωνσταντία Τάκαλου
Vocal performance Άννα Παγκάλου
Συμμετέχει Κουιντέτο εγχόρδων υπό τη διεύθυνση του συνθέτη
