Τα παιδιά του Διονύση Χαριτόπουλου που δεν τσούγκρισαν ποτέ κόκκινα αυγά. Έτσι, ο Χαριτόπουλος και τα «Αυγά Μαύρα» του, απέκτησαν μια ιδιότυπη οικουμενικοτητα. Με μια γραφή στεγνή από μελοδραματισμούς, αλλά γεμάτη από έναν υπόγειο, σπαρακτικό λυρισμό, η ιστορία του Σπύρου και της Μαρίας , θα μπορούσε να είναι μια ιστορία οποιωνδήποτε ανθρώπων, όλων των ανυποψίαστων παιδιών, που βρέθηκαν και βρίσκονται στη λαίλαπα της ιστορικής συγκυρίας.

«Θα είμαι πάντα με τους ξυπόλητους έξω από τα χειμερινά ανάκτορα, ακόμη κι αν είναι χειρότεροι από αυτούς που είναι μέσα, γιατί έχουν το δίκιο με το μέρος τους…»
Είναι η στάση ζωής, το ιδεολογικό στίγμα και ο μπούσουλας με τον οποίο πορεύτηκε ο Διονύσης Χαριτόπουλος. Χωρίς πολλά λόγια, κοφτά και σταράτα όπως ο ίδιος έγραφε, ο θάνατός του σηματοδοτεί την απώλεια μιας από τις πιο αυθεντικές φωνές των σύγχρονων ελληνικών γραμμάτων.
Γεννημένος στον Πειραιά, που λάτρεψε και που καθόρισε ανεξίτηλα τη ματιά και το έργο του, γέννημα-θρέμμα της εργατικής τάξης ανδρώθηκε μέσα στη βιοπάλη. Μεγάλωσε σε φτωχικές συνοικίες και από πολύ μικρή ηλικία εργάστηκε σε σκληρές χειρωνακτικές δουλειές στο λιμάνι και στα γύρω μηχανουργεία. Εγκατέλειψε νωρίς δύο απόπειρες σπουδών σε Αθήνα και Λονδίνο. Στη συνέχεια, διοχέτευσε την ευφυΐα και την αμεσότητά του στον χώρο της διαφήμισης, όπου εργάστηκε με μεγάλη επιτυχία ως δημιουργικός διευθυντής μέχρι το 1990. Υπήρξε σύζυγος της δημοσιογράφου και συγγραφέως Μαλβίνας Κάραλη, με την οποία μοιράστηκε μια έντονη και βαθιά πνευματική σχέση μέχρι τον θάνατό της το 2002. Αν και βαθιά πολιτικοποιημένος, επέλεξε συνειδητά τα τελευταία πολλά χρόνια της ζωής του να αποτραβηχτεί από τα φώτα της δημοσιότητας. Έγινε ένας ιδιότυπος αναχωρητής, ζώντας απομονωμένος στην ορεινή Ευρυτανία, μακριά από τις συμβάσεις των αθηναϊκών πνευματικών κύκλων.
Το συγγραφικό του αποτύπωμα εκτείνεται σε 24 βιβλία και κινείται με την ίδια άνεση ανάμεσα στη βιωματική λογοτεχνία και την εξαντλητική ιστορική έρευνα.
Το έργο του «Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων» αποτελεί σταθμό για την ελληνική ιστοριογραφία. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με την προσωπική οπτική του συγγραφέα, η συγκεκριμένη βιογραφία υπήρξε προϊόν μιας γιγαντιαίας πρωτογενούς έρευνας. Ο Χαριτόπουλος αναδίφησε αρχεία, πήρε δεκάδες συνεντεύξεις και ιχνηλάτησε κάθε σπιθαμή γης που πάτησε ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Έλληνας Τσε-πριν τον Τσε, παραδίδοντας ένα έργο-σημείο αναφοράς.
Για πολλούς, η μεγαλύτερη λογοτεχνική του αξία κρύβεται στα αυθεντικά, βιωματικά του μυθιστορήματα με φόντο τον Πειραιά. Μέσα από αυτά, αναδείχθηκε σε έναν ιδανικό χρονικογράφο της εργατικής τάξης, των ανθρώπων του μόχθου και του περιθωρίου. Ο Χαριτόπουλος είχε την ικανότητα να μετατρέπει το λαϊκό βίωμα και το συλλογικό συναίσθημα σε υψηλή, καθαρή λογοτεχνία.
Τα «Αυγά Μαύρα» στο Θέατρο
Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στο σπουδαίο (πρώτο) θεατρικό κείμενό του, τα «Αυγά Μαύρα» (1998) που είδαμε πριν από χρόνια στη Θεατρική Σκηνή του Αντώνη Αντωνίου, και που ανεβαίνουν φέτος στο ιστορικό Θέατρο Στοά από τον Θανάση Παπαγεωργίου. Και εδώ, ο Χαριτόπουλος, ενώ αφορμάται από τη σκοτεινή ιστορική περίοδο που ταλάνισε την Ελλάδα, δεν μένει απλά στη σπαρακτική αποτύπωσή της, αλλά ψηλαφίζει μέσα από ένα «θέατρο ζώσας μαρτυρίας» την ανθρώπινη οδύνη.
Ήρωες είναι δύο αδέρφια, ο Σπύρος και η Μαρία, παιδιά ενός αντάρτη του ΕΛΑΣ που μετά τη σκληρή συμβίωση στις σπηλιές των βουνών, χωρίστηκαν βίαια. Ο Σπύρος μεγάλωσε με τους παππούδες του, διατηρώντας μια πιο άμεση επαφή με τις ρίζες και την καταγωγή του. Η Μαρία αποσπάστηκε βίαια και κλείστηκε σε μια από τις «Παιδουπόλεις» της Φρειδερίκης. Συναντιούνται ξανά ως ενήλικες, προσπαθώντας να επανασυνδεθούν, να γνωριστούν από την αρχή και να αντιμετωπίσουν τα ψυχικά τραύματα και τους «δαίμονες» που τους άφησε το παρελθόν. Η Μαρία φέρει το στίγμα της ιδρυματοποίησης και της διατεταγμένης λήθης, ενώ ο Σπύρος κουβαλά το βάρος της διαλυμένης του ψυχής. Δύο άλλοι κόσμοι, που διαμορφώθηκαν από το ίδιο τραύμα Το έργο αυτό, που πραγματεύεται τη βίαια διακοπή της παιδικής αθωότητας («τα παιδιά που δεν τσούγκρισαν ποτέ κόκκινα αυγά»), αποτελεί τον ιδανικό καθρέφτη ολόκληρης της συγγραφικής του φιλοσοφίας: ένας λόγος μοναδικός, καθαρός, κοφτός και αφοριστικός, που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα καυστικός και βαθιά συγκινητικός.
Τα «Αυγά Μαύρα» τα διατρέχει η πολιτική και ηθική πυξίδα του Διονύση Χαριτόπουλου. Ο Χαριτόπουλος δεν γράφει ως ψυχρός ακαδημαϊκός. Και αν κρατάει επίσης σαφείς αποστάσεις από αυτό που αποφατικά καλείται στρατευμένη ιδεολογία, δεν ξεστρατίζει ούτε σπιθαμή από την ιστορική αλήθεια, μέσα από αυτό το θεατρικό ψυχογράφημα των λαϊκών ηρώων του. Γιατί, δικαίως, την θεωρεί καθοριστική στη διαμόρφωση του ψυχισμού των ανθρώπων.
Κι ενώ ο Χαριτόπουλος καταγράφει πώς το κράτος προσπάθησε να επιβάλει μια τεχνητή λήθη, αναδεικνύει τελικά πως η ιστορική πραγματικότητα δεν είναι παρά το άθροισμα της αλήθειας που εντυπώνεται και σφραγίζει κάθε άνθρωπο μέσα του. Ο υπαρξιακός αγώνας των δύο αδερφών να καλύψουν τα κενά που η ιστορική ανάγκη δημιούργησε στη σχέση τους, ο αγώνας τους να αποτινάξουν τις όποιες ενοχές που αυτή τους βάρυνε, δεν αποτελεί παρά μια προσπάθεια ανάδειξης ενός καθόλα συλλογικού τραύματος, ενός βαριά πληρωμένου «φόρου« των ηττημένων της ιστορίας.
Έτσι, ο Χαριτόπουλος και τα «Αυγά Μαύρα» του, απέκτησαν μια ιδιότυπη οικουμενικότητα. Με μια γραφή στεγνή από μελοδραματισμούς, αλλά γεμάτη από έναν υπόγειο, σπαρακτικό λυρισμό, η ιστορία του Σπύρου και της Μαρίας , θα μπορούσε να είναι μια ιστορία οποιωνδήποτε ανθρώπων, όλων των ανυποψίαστων παιδιών, που βρέθηκαν και βρίσκονται στη λαίλαπα της ιστορικής συγκυρίας.
Δεν γνωρίζω αν ο Χαριτόπουλος υπήρξε πράγματι ένας «ακατάτακτος, αταξινόμητος και αυτόνομος» διανοούμενος που αρνείται να ακολουθήσει τις επιταγές των καιρών και των λογοτεχνικών ρευμάτων, όπως έγραψαν οι εκδόσεις Τόπος, που συνεργάστηκε από το 2007. Αυτά αφορούν τη λογοτεχνική κριτική. Φαντάζομαι, ότι η εξαιρετικότητα των επιθέτων δεν θα τον αφορούσε έτσι κι αλλιώς. Ήταν όμως σίγουρα ένας άνθρωπος του καιρού του, που έγραφε για τους ανθρώπους του καιρού του, μέσα από τους ανθρώπους άλλων καιρών.
Και τώρα που έφυγε, μας άφησε ανάμεσα στα άλλα έργα του, τα «Αυγά Μαύρα» ως μια τρυφερή, αλλά και ανηλεή υπενθύμιση: πως η λογοτεχνία, το θέατρο, η τέχνη έχουν αξία μόνο όταν μυρίζουν άνθρωπο.
