Κριτική «Αντιγόνη» του Alan Lucien Øyen: Ένα άδειο πουκάμισο χορεύει πάνω στο κοντρα-πλακέ… Η προσαρμογή του μυθολογικού υλικού φτάνει έτσι στα όρια της παραχάραξης. Η ιστορία που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ισχυρός δραματουργικός άξονας συρρικνώνεται σε μια γρήγορη αφήγηση, σχεδόν τριάντα δευτερολέπτων, σαν να πρόκειται για κάτι που πρέπει απλώς να γνωρίζει ο θεατής πριν αρχίσει το πραγματικό «θέμα» της παράστασης. Και το πραγματικό θέμα, όμως, παραμένει ασαφές. Είναι η γυναικεία βία; Είναι η πολιτική καταπίεση; Είναι η ταξικότητα της κοινωνίας; Είναι η τεχνητή νοημοσύνη; Είναι ο πόλεμος; Είναι η Αντιγόνη ως διαχρονικό σύμβολο; Η παράσταση μοιάζει να θέλει να τα χωρέσει όλα και, τελικά, να μην εμβαθύνει πραγματικά σε κανένα.
Η Αντιγόνη του Alan Lucien Øyen, εμπνευσμένη —όπως δηλώνεται— από την τραγωδία του Σοφοκλή και παρουσιασμένη στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 7 και 8 Αυγούστου, επιχείρησε να μετατρέψει τον αρχαίο μύθο σε ένα σύγχρονο χοροθεατρικό μανιφέστο.
Ο Øyen συνθέτει μοντέρνο χορό, λόγο, μουσική, ζωντανή εικόνα και εικαστικά διαμορφωμένο χώρο, φιλοδοξώντας να δημιουργήσει μια ενιαία σκηνική εμπειρία. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η «ολότητα» παραμένει τελικά περισσότερο μια κατασκευή εντυπώσεων παρά μια οργανικά συγκροτημένη θεατρική πρόταση.
Η παράσταση έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας μεταμοντέρνας σκηνικής γλώσσας που πλέον έχουν γίνει σχεδόν αναγνωρίσιμα από την πρώτη στιγμή: αποσπασματικότητα, διαρκείς μετατοπίσεις, αφαίρεση, μεγάλα κενά, σωματικές επαναλήψεις, σκοτάδια, ηχητικές υπογραμμίσεις και εικόνες που διεκδικούν από μόνες τους το καθεστώς του «σημαντικού». Ο θεατής καλείται συνεχώς να συνδέσει θραύσματα, να αποκωδικοποιήσει χειρονομίες και να αναγνωρίσει συμβολισμούς, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι πίσω από αυτή την πυκνή συσσώρευση στοιχείων υπάρχει αντίστοιχη δραματουργική πυκνότητα.
Αντίθετα, αυτό που κυριαρχεί είναι μια επίμονη αίσθηση ενός σκηνικού «scrolling»: σαν να μετακινείται κανείς μηχανικά από τη μία εικόνα στην άλλη σε μια διαρκή ροή μέσου κοινωνικής δικτύωσης. Η μία εντύπωση διαδέχεται την άλλη, αλλά σπάνια προλαβαίνει να μετουσιωθεί σε θεατρική συνειδητότητα. Οι χορογραφικές κινήσεις επανέρχονται, τα σώματα μοιάζουν να ανακυκλώνουν παρόμοιες ποιότητες κίνησης και ένα χαρακτηριστικό μοτίβο των χεριών, που μιμείται το πέταγμα πουλιών, επιστρέφει μέχρι να χάσει οποιαδήποτε αρχική του δραματουργική δύναμη.
Η σωματικότητα, που θα έπρεπε να αποτελεί την καρδιά μιας τέτοιας χοροθεατρικής πρότασης, καταλήγει έτσι συχνά να γίνεται αυτοαναφορική. Τα αγγίγματα είναι ελάχιστα, οι χειρονομίες πολλές, αλλά η υπερβολική τους χρήση τις καθιστά τελικά φλύαρες, τόσο που δημιουργούν την αίσθηση της εκφραστικής εξάντλησης.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η σχέση του κειμένου με τη σκηνική δράση. Η παράσταση μοιάζει να θέλει να πει πολλά για τη γυναικεία κακοποίηση, τη βία, την εξουσία και την ανθρώπινη μικρότητα, όμως συχνά τα μετατρέπει όλα αυτά σε ένα σχεδόν αποκλειστικά συνθηματικό μανιφέστο. Η πρόθεση είναι σαφής, η επεξεργασία όμως παραμένει επιφανειακή και σκανδαλοθηρική. Η Αντιγόνη χρησιμοποιείται περισσότερο σαν ένα γενικό σύμβολο γυναικείας θυματοποίησης παρά σαν το συγκεκριμένο πρόσωπο που φέρει έναν τραγικό μύθο. Βεβαίως, η αναπαράσταση της τραγωδίας δεν ήταν καθόλου μέσα στις σκέψεις του σκηνοθέτη, αλλά δεν διατήρησε καν τον μύθο έστω σαν βάση και θεμέλιο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σκηνή της «εφεύρεσης» αρχαιότυπων γυναικείων ονομάτων, τα οποία υποτίθεται ότι παραπέμπουν σε γυναίκες θύματα γυναικοκτονίας, τα οποία ξεκινούν από την αρχαιότητα και φτάνουν στην Μαίριλιν Μονρόε και την Μπρίνεϊ Σπήαρς(!), μια σκηνή όπου κατέληξε να μοιάζει με άσκηση παραγωγής συμβόλων από την AI. Θα κάνω ιδιαίτερη αναφορά στην μυθοπλαστική Ιφιμήδεια, για την οποία μας δόθηκε από σκηνής η πληροφορία ότι δολοφονήθηκε από τους γιους της! Ένα χαρακτηριστικό δείγμα για το πως όλο αυτό το υλικό δημιουργεί μια αμήχανη αίσθηση επινόησης που δεν διαθέτει το απαιτούμενο ιστορικό ή μυθολογικό βάρος.
Το κείμενο γενικότερα, μοιάζει, σχεδόν τυποποιημένο — σαν μια «προκάτ» κατασκευή ώστε να «διοχετεύσει» απλά ένα μήνυμα και όχι για να δημιουργήσει πραγματική δραματική ένταση. Θα αναφέρω, επίσης την αμήχανη στιγμή που η ηθοποιός «διδάσκει» το κοινό της Επιδαύρου το σήμα κινδύνου σε περίπτωση απειλής, ή τη συνθηματική φράση «Is Angela working tonight?» («δουλεύει σήμερα η Άντζελα;») που χρησιμοποιείται στον μπαρμαν όταν η γυναίκα αισθανθεί κίνδυνο… Ισταγκραμικές, ανώφελες «αμερικανιές» δηλαδή, που προβάλλουν το «σχήμα» και όχι την ουσία. Χρησιμοποίησε ακόμα και το «I can’t breath» του δολοφονημένου από αστυνομική βία νέγρου, ή εικονοποίησε με τρόπο γραφικό, τα κινέζικα μπισκότα με τις προφητείες («Δικαιοσύνη», «Ντροπή», «Τιμή», «Αιμομιξία»)!.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα της δραματουργικής επεξεργασίας του Σοφοκλή. Ο μύθος της Αντιγόνης δεν αποτελεί απλώς ένα περίβλημα για να ειπωθούν σύγχρονα πράγματα ατάκτως ερριμμένα. Είναι ο ίδιος, ένας μηχανισμός μέσα από τον οποίο οφείλουν να τίθενται τα όποια ερωτήματα της παράστασης. Η σύγκρουση ανάμεσα στον ανθρώπινο νόμο και στη συνείδηση, ανάμεσα στην εξουσία και στην αντίσταση, ανάμεσα στην πολιτική τάξη και στην ηθική υποχρέωση, αποτελεί τον πυρήνα της τραγωδίας. Όταν αυτός ο πυρήνας προσπερνιέται σχεδόν βιαστικά, για να ανοίξει χώρος σε μια πληθώρα τσουβαλιασμένων σύγχρονων αναφορών, η «εμπνευσμένη από τον Σοφοκλή» παράσταση κινδυνεύει να απομακρύνεται τελικά από την ίδια την Αντιγόνη. Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμα και τα ονόματα των ηρώων της τραγωδίας δεν ακούγονται καν και καλείται το κοινό να υποθέσει ή να μαντέψει ποιος είναι ποιος ή τι εκπροσωπεί.

Η προσαρμογή του μυθολογικού υλικού φτάνει έτσι στα όρια της παραχάραξης. Η ιστορία που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ισχυρός δραματουργικός άξονας συρρικνώνεται σε μια γρήγορη αφήγηση, σχεδόν τριάντα δευτερολέπτων, σαν να πρόκειται για κάτι που πρέπει απλώς να γνωρίζει ο θεατής στα γρήγορα όσο κρατάει ένα βιντεο του tik-tok πριν αρχίσει το πραγματικό «θέμα» της παράστασης. Και το πραγματικό θέμα, όμως, παραμένει ασαφές. Είναι η γυναικεία βία; Είναι η πολιτική καταπίεση; Είναι η ταξικότητα της κοινωνίας; Είναι η τεχνητή νοημοσύνη; Είναι ο πόλεμος; Είναι η Αντιγόνη ως διαχρονικό σύμβολο; Η παράσταση μοιάζει να θέλει να τα χωρέσει όλα και, τελικά, να μην εμβαθύνει πραγματικά σε κανένα.
Ανάλογη είναι η λειτουργία του εικαστικού περιβάλλοντος. Τη σκηνή ορίζουν κατασκευές από 7 κόντρα πλακέ παραπέτα (για τις 7 πύλες της Θήβας πληροφορούμαστε) σε σχήμα L, που ανατρέπονται και σύρονται και δημιουργούν διαφορετικούς σχηματισμούς και που φιλοδοξούν να αποκτήσουν συμβολική λειτουργία. Όμως η εικαστικότητα παραμένει και εδώ αναχρονιστική, καθώς παραπέμπει σε σκηνικές λύσεις που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα στη σύγχρονη ευρωπαϊκή σκηνή. Χώμα, τριαντάφυλλο που μαδιέται από την Αντιγόνη και επανασυναρμολογείται ατελώς από τον Αίμωνα, σύγχυση ρόλου και ηθοποιού. Δεν πρόκειται τόσο για ένα νέο σκηνικό λεξιλόγιο όσο για μια ανασύνθεση γνώριμων κωδίκων του μεταμοντέρνου θεάτρου.

Ακόμη πιο ενοχλητική είναι η χρήση ορισμένων σκηνοθετικών ευκολιών για τη δημιουργία φορτισμένου κλίματος. Η ζωντανή κινηματογράφηση, ο συνεχής ήχος πουλιών, τα κρωξίματα και το φτεροκόπημα λειτουργούν ως ένα είδος συναισθηματικού υπομνήματος: εδώ πρέπει να αισθανθείς απειλή, εδώ πρέπει να αισθανθείς απώλεια, εδώ πρέπει να αναγνωρίσεις τον συμβολισμό. Η σκηνοθεσία μοιάζει να υποδεικνύει επίμονα στον θεατή, πώς πρέπει να αντιδράσει. Παρόμοια χειριστική είναι και η στιγμή, κατά την οποία το κοινό καλείται να διαβάσει τη μεγαλόστομη μεν, αλλά κενή περιεχομένου φράση «να θυμάσαι ότι σε αγαπούν». Ο τρόπος είναι σχεδόν διδακτικός και εκβιαστικά συγκινητικός. Το «μήνυμα» πρέπει να γίνει αντιληπτό, ακόμα και αν ακούγεται «ψεύτικο», ακόμη κι αν η δραματουργία δεν έχει καταφέρει να το καταστήσει πραγματικά αναγκαίο.
Και όλα αυτά εξελίσσονται με έναν παράδοξο τρόπο: η παράσταση είναι ταυτόχρονα φλύαρη και αργή. Έχει πολλά να πει και όμως συχνά μοιάζει να μην προχωρά. Οι ηχηρές παύσεις, τα παρατεταμένα σκοτάδια και η εμμονή στη δημιουργία ατμόσφαιρας, επιμηκύνουν μια σκηνική εμπειρία που θα μπορούσε να έχει πολύ μεγαλύτερη ένταση αν διέθετε δραματουργική οικονομία. Η διάρκεια δε μεταφράζεται σε βάθος· συχνά μεταφράζεται απλώς σε αναμονή ενός απροσδόκητου, που όμως δε φτάνει ποτέ.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, υπάρχουν ωστόσο ορισμένες αρετές. Τα μουσικά ιντερμέδια διαθέτουν μελωδικότητα και δημιουργούν στιγμές γνήσιας συναισθηματικής συγκέντρωσης. Η ζεστασιά της φωνής του νεαρού ερμηνευτή-χορευτή, λειτουργεί ως αντίστιξη στην ψυχρότητα της κατασκευής, ενώ ο φωτισμός δημιουργεί ολόφωτες, θερμές χαραμάδες μέσα από τους γεωμετρικούς σχηματισμούς του σκηνικού. Είναι, ό,τι πραγματικά απολαύσαμε…

Είναι κρίμα, λοιπόν, γιατί πίσω από την Αντιγόνη του Øyen υπάρχει εμφανώς πολλή δουλειά. Υπάρχει μια μεγάλη ομάδα ερμηνευτών, απαιτητική κινησιολογική εργασία, μουσική, φωτισμός, σκηνικός σχεδιασμός και μια σαφής φιλοδοξία να επαναδιατυπωθεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου θεάτρου. Όμως η ποσότητα της εργασίας δεν εγγυάται την καλλιτεχνική αποτελεσματικότητα. Ο πιο ακριβής χαρακτηρισμός για το τελικό αποτέλεσμα είναι, δυστυχώς, «δήθεν». Όχι επειδή δεν υπάρχει δεξιοτεχνία, ούτε επειδή οι καλλιτέχνες δεν καταθέτουν κόπο, αλλά επειδή η παράσταση μοιάζει υπερβολικά συχνά να γνωρίζει εκ των προτέρων πώς θέλει να φαίνεται: σύγχρονη, πολιτική, τολμηρή, ποιητική, ευαίσθητη, ανατρεπτική. Και ακριβώς η επίμονη προσπάθεια να ενδυθεί το ένδυμα του σύγχρονου, αποκαλύπτει το αντίθετο: πόσο παρωχημένοι είναι οι ίδιοι οι σκηνικοί της κώδικες.
Ένα «πουκάμισο αδειανό», τελικά, καλοραμμένο ίσως σε αρκετά σημεία, αλλά αδειανό που χορεύει πάνω σε εκείνο το κόντρα-πλακέ πατάρι που κάλυψε την ορχήστρα της Επιδαύρου. Μια παράσταση που θέλησε να μιλήσει δυνατά για τις σύγχρονες Αντιγόνες και το σήμερα αλλά που δεν άκουσε ούτε στιγμή την Αντιγόνη του Σοφοκλή και το χτες…
Η παράσταση παίχτηκε στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στις 7 και 8 Αυγούστου 2026.
Σκηνοθεσία – Χορογραφία Alan Lucien Øyen
Καλλιτεχνικοί συνεργάτες Andrew Wale, Daniel Proietto
Ερμηνεύουν Enoch Grubb, Douglas Letheren, Pascal Marty, Antonin Monié, Nazareth Panadero, Julie Shanahan, Fernando Suels Mendoza, Meng-Ke Wu
Σκηνικά Åsmund Fæarvaag
Κοστούμια Stine Sjøgren
Φωτισμοί Martin Flack
Ήχος Gunnar Innvær
Βίντεο Mathias Grønsdal
Φωτογραφίες Mats Bäcker
Τεχνική διεύθυνση Chris Sanders
Διεύθυνση σκηνής Daniel Hones
Γκαρνταρόμπα Anna Lena Dresia
Παραγωγή winter guests
Συμπαραγωγή Fondazione Teatro di Roma, The Norwegian Opera and Ballet, Centro Servizi Culturali Santa Chiara
Εκτέλεση παραγωγής Essar Gabriel
Υπεύθυνοι παραγωγής Ornella Salloum, Syv mil / Tora De Zwart Rørholt, Ingrid Saltvik Faanes (για την ομάδα winter guests)
Με την υποστήριξη Arts Council Norway City of Bergen
Royal Norwegian Embassy in Athens
Ευγενική παραχώρηση χώρου προβών Pina Bausch Zentrum



