Σταθμοί στην Ιστορία των «Περσών» από το 1939 έως σήμερα. Πολλά είναι τα ανεβάσματα της τραγωδίας, ειδικά στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Από το ιστορικό του ξεκίνημα πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τις ανανεωτικές, σύγχρονες προσεγγίσεις των τελευταίων ετών, οι «Πέρσες» πάντα λειτουργούν ως ένα πεδίο πρόσφορο σε πολιτικές αναζητήσεις της ελληνικής θεατρικής ταυτότητας και έρευνας, μιας και το ίδιο το κείμενο του Αισχύλου είναι εξόχως πολιτικό.

Η τραγωδία «Πέρσες» του Αισχύλου είναι το παλαιότερο πλήρως σωζόμενο δράμα και η μοναδική αρχαία τραγωδία που δεν αντλεί το θέμα της από τον μύθο, αλλά από ένα συγκλονιστικό ιστορικό γεγονός: τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ.
Ο Αισχύλος, έχοντας πολεμήσει ο ίδιος στη Σαλαμίνα, επέλεξε να γράψει ένα έργο που δεν θριαμβολογεί για τη νίκη των Ελλήνων, αλλά επικεντρώνεται στον θρήνο των ηττημένων εχθρών.
Όπως έχω ξαναγράψει είναι «ίσως η πλέον παρεξηγημένη και εξόχως εργαλειοποιημένη (τραγωδία) ανά τους καιρούς και τις πολιτικές ευκαιριακές καταστάσεις (αξίζει εδώ να αναφερθούμε ενδεικτικά στην αναβίωσή της το 1946 από το Εθνικό Θέατρο και τον Δημήτρη Ροντήρη όπου το σχήμα Ελλάδα-Ασία, παίρνει τη μορφή «Πατριωτική Εθνικοφροσύνη-Βάρβαρος Κομμουνισμός, παρουσιάζοντας ούτε λίγο-ούτε πολύ τους Πέρσες ως ΕΑΜίτες αντάρτες). Βεβαίως ο Αισχύλος, δε γράφει το έργο για να δοξάσει, να κολακέψει και να κακανακέψει τους Αθηναίους και κατ’ επέκταση τους Έλληνες, αλλά για να προειδοποιήσει και να υπενθυμίσει τα δεινά της αλαζονείας και της αμετροέπειας και το κίνδυνο του εκφυλισμού της δημοκρατίας που τελικά η Αθήνα δεν μπόρεσε να αποφύγει».
Πολλά είναι τα ανεβάσματα της τραγωδίας, ειδικά στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Από το ιστορικό του ξεκίνημα πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τις ανανεωτικές, σύγχρονες προσεγγίσεις των τελευταίων ετών, οι «Πέρσες» πάντα λειτουργούν ως ένα πεδίο πρόσφορο σε πολιτικές αναζητήσεις της ελληνικής θεατρικής ταυτότητας και έρευνας, μιας και το ίδιο το κείμενο του Αισχύλου είναι εξόχως πολιτικό.
1. Η ιστορική αφετηρία: Δημήτρης Ροντήρης και Εθνικό Θέατρο (1939)

Το 1939, ο εμβληματικός σκηνοθέτης Δημήτρης Ροντήρης ανεβάζει τους «Πέρσες» με το Εθνικό Θέατρο, σε μετάφραση του Γιάννη Γρυπάρη. Είχε προηγηθεί το 1938 η πρώτη παράσταση αρχαίου δράματος στο Αργολικό Θέατρο με την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, από τον ίδιο σκηνοθέτη.
Ο Ροντήρης, βαθιά επηρεασμένος από τη γερμανική σχολή του Μαξ Ράινχαρντ, αντιμετώπισε την τραγωδία ως μια αυστηρή, τελετουργική λειτουργία. Το βάρος έπεσε στον Χορό, ο οποίος κινούνταν με απόλυτη γεωμετρική ακρίβεια και στρατιωτική πειθαρχία στην ορχήστρα της Επιδαύρου. Η προσέγγιση του Ροντήρη έθεσε τις βάσεις της λεγόμενης «ακαδημαϊκής» ή «εθνικής» σχολής αναπαράστασης του αρχαίου δράματος, η οποία κυριάρχησε για δεκαετίες. Ήδη, αναφερθήκαμε στην με διαφορετική διανομή, επανάληψή της το 1946, και για το πως αυτή χρησιμοποιήθηκε.
Στην παράσταση εκείνη έλαμψαν ιερά τέρατα της ελληνικής σκηνής: Η Κατίνα Παξινού ως Άτοσσα, προσφέροντας μια ερμηνεία «γεμάτη βασιλική αξιοπρέπεια και σπαραγμό», ο Αλέξης Μινωτής στον ρόλο του Αγγελιαφόρου,ο Αιμίλιος Βεάκης ως το Φάντασμα του Δαρείου, μια βιβλική φιγούρα
Η παράσταση αντιμετωπίστηκε ως εθνικός θρίαμβος, αν και δεν έλειψαν οι ενστάσεις: Ο Άλκης Θρύλος (Ελένη Ουράνη) σημείωσε τη συγκλονιστική παρουσία της Παξινού, τονίζοντας ότι η ερμηνεία της «γεμίζει το χώρο με βασιλικό εκτόπισμα». Ωστόσο, άσκησε κριτική στον υπερβολικό συγχρονισμό του Χορού, θεωρώντας ότι η στρατιωτική πειθαρχία φλέρταρε ενίοτε με τη μονοτονία, αφαιρώντας από το έργο την εσωτερική, ανθρώπινη δόνησή του. Ο Μιχάλης Ροδάς υπογράμμισε την αρχαιοπρεπή καθαρότητα της παράστασης, σημειώνοντας πως ο Ροντήρης κατάφερε να δώσει λύση στο δυσεπίλυτο πρόβλημα της κίνησης του Χορού μέσα σε έναν τόσο αχανή χώρο.
2. Η εμπειρία του Καρόλου Κουν και του Θεάτρου Τέχνης (1965)

Αν ο Ροντήρης εκπροσώπησε την κλασική αυστηρότητα, ο Κάρολος Κουν φέρνει στο αρχαίο δράμα τη λαϊκή τελετουργία, τον πρωτογονισμό και το ένστικτο. Το 1965, το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» παρουσίασε μια ιστορική εκδοχή των «Περσών» που άλλαξε ριζικά τον τρόπο που το ελληνικό κοινό αντιλαμβανόταν την αρχαία τραγωδία. Η μετάφραση ήταν του Παναγιώτη Μουλλά, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη. Παρουσιάστηκε αρχικά στο Λονδίνο στις 20 Απριλίου 1965, στο θέατρο Aldwych, στο πλαίσιο του φεστιβάλ World Theatre Season και ακολούθησε το καλοκαίρι στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού.
Ο Κουν, σε συνεργασία με τον κορυφαίο συνθέτη Γιάννη Χρήστου, δημιούργησε μια παράσταση-εμπειρία. Η μουσική του Χρήστου δεν ήταν απλώς συνοδεία, αλλά μια πρωτόγονη, μεταφυσική δύναμη που καθοδηγούσε τα σώματα του Χορού. Οι ηθοποιοί δεν απάγγελλαν απλώς, αλλά έβγαζαν άναρθρες κραυγές, θρηνούσαν με ολόκληρο το σώμα τους και χτυπούσαν το χώμα της ορχήστρας, μετατρέποντας την τραγωδία σε ένα ομαδικό ψυχόδραμα. Η παράσταση αυτή θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις κορυφαίες στιγμές της παραστασιογραφίας του έργου, μιας και ξέφυγε από τα στενά όρια της φιλολογικής αναπαράστασης.
Άτοσσα ήταν η Νέλλη Αγγελίδου, Ξέρξης ο Στέλιος Καυκαρίδης, φάντασμα Δαρείου ο Δημήτρης Χατζημάρκος και αγγελιοφόρος ο Γιώργος Λαζάνης
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος (Βασιλικός) αποθέωσε την παράσταση, χαρακτηρίζοντάς την ως μια «μυσταγωγία που αποκάλυψε το μεταφυσικό βάθος του Αισχύλου». Εξήρε τον Χορό και τη μουσική του Χρήστου, θεωρώντας ότι το Θέατρο Τέχνης βρήκε το κλειδί για τη «λαϊκή βάση του αρχαίου δράματος». Ο Άγγελος Τερζάκης, από την πλευρά του, εμφανίστηκε πιο επιφυλακτικός. Αναγνώρισε το μέγεθος του επιτεύγματος, εξέφρασε όμως την ανησυχία ότι οι άναρθρες κραυγές και ο έντονος σωματικός πρωτογονισμός κάποιες φορές «κατάπιναν» την ποιητική αξία του αισχύλειου λόγου, μετατρέποντας το δράμα σε ένα καθαρά οπτικοακουστικό ντελίριο.
3. Η μεταπολιτευτική στροφή: Σπύρος Ευαγγελάτος και ΚΘΒΕ (1978)

Το 1978, μέσα στο κλίμα της Μεταπολίτευσης και της έντονης πολιτικοποίησης, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ) κατεβαίνει στην Επίδαυρο με μια νέα ανάγνωση των «Περσών» σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου.
Ο Ευαγγελάτος, ένας σκηνοθέτης με βαθιά ακαδημαϊκή γνώση αλλά και έντονα θεατρικό ένστικτο, προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα στην παράδοση και τον εκσυγχρονισμό. Η μετάφραση του Τάσου Ρούσσου και τα επιβλητικά σκηνικά του Γιώργου Πάτσα έδωσαν στην παράσταση μια αίσθηση παρακμιακής αυτοκρατορικής αυλής.
Στη διανομή συναντάμε την Αντιγόνη Βαλάκου ως Άτοσσα, τον Μάνο Κατράκη στο ρόλο του Δαρείου (ο οποίος απέσπασε διθυραμβικές κριτικές ειδικά για το βάθος της φωνής του), τον Πέτρο Φυσσούν ως Ξέρξη και τον Δημήτρη Καρέλλη στο ρόλο του αγγελιαφόρου
Ο Καλλίας Ροντήρης επαίνεσε την καθαρότητα της σκηνοθετικής γραμμής, σημειώνοντας ότι ο Ευαγγελάτος απέφυγε τις ακρότητες και παρέδωσε μια παράσταση με βαθιά πολιτική σκέψη. Ειδική μνεία έγινε στον Μάνο Κατράκη, για τον οποίο έγραψε ότι «η φωνή του έβγαινε από τα σπλάχνα της Επιδαύρου». Αντίθετα, ο Σπύρος Παγιατάκης στην κριτική του παρατήρησε μια κάποια ανισορροπία ανάμεσα στο μεγαλειώδες πρώτο μέρος (τη σκηνή του Αγγελιαφόρου και του Δαρείου) και την εμφάνιση του Ξέρξη στο τέλος, θεωρώντας ότι η σκηνοθετική ένταση υποχώρησε, αφήνοντας το φινάλε μετέωρο.
4. Η ανατροπή του Θόδωρου Τερζόπουλου (1990)

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο Θόδωρος Τερζόπουλος και το Θέατρο Άττις δημιούργησαν μια παράσταση που προκάλεσε σοκ και δίχασε κοινό και κριτικούς. Ο Τερζόπουλος, εφαρμόζοντας τη δική του παγκοσμίως αναγνωρισμένη μέθοδο που βασίζεται στην αποδέσμευση της ενέργειας του σώματος και της αναπνοής, απογύμνωσε τους «Πέρσες» από κάθε παραδοσιακό στοιχείο. Έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της τον Αύγουστο του 1990 στο Μικρό Κηποθέατρο στο Ηράκλειο Κρήτης και στη συνέχεια περιόδευσε σε όλο τον κόσμο, γνωρίζοντας τεράστια διεθνή επιτυχία. Χρόνια αργότερα, το 2006, θα καταπιαστεί εκ νέου με τους «Πέρσες» παρουσιάζοντάς τους αυτή τη φορά στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.
Στην παράστασή του, η ορχήστρα έγινε ένας τόπος μαρτυρίου. Ο Χορός, χρησιμοποιώντας μια σχεδόν γεωμετρική σωματική αποδόμηση, εξέφραζε τον τρόμο του πολέμου μέσα από σπασμούς, έντονους ρυθμούς αναπνοής και μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία. Δεν υπήρχαν πλούσια περσικά κουστούμια, παρά μόνο το ανθρώπινο σώμα που υποφέρει. Ήταν η προσέγγιση που άνοιξε έναν μεγάλο διάλογο για τα όρια του πειραματισμού και των νέων θεατρικών σχολών στην Επίδαυρο.
Άτοσσα ήταν η Ευρύκλεια Σωφρονιάδου, Αγγελιοφόρος ο Δημήτρης Σιακάρας, Δαρείος ο Κώστας Ζαχαράκης, Ξέρξης ο Γιώργος Συμεωνίδης ενώ Κορυφαίοι Χορού υπήρξαν οι Τάσος Δήμας και Καλλιόπη Ταχτσόγλου.
Η θεατρολόγος και κριτικός Ελένη Βαροπούλου υπεραμύνθηκε με πάθος της παράστασης, χαρακτηρίζοντάς την ως μια «διεθνή τομή στην πρόσληψη του αρχαίου δράματος». Τόνισε ότι ο Τερζόπουλος κατάφερε να απελευθερώσει τον Αισχύλο από τα δεσμά του «μουσειακού» θεάτρου, προσφέροντας μια συγκλονιστική εμπειρία σωματικού και πολιτικού λόγου. Στον αντίποδα, παραδοσιακοί κριτικοί και μερίδα του κοινού αντέδρασαν έντονα. Ο Βασίλης Αγγελικόπουλος εξέφρασε τη ριζική του διαφωνία, κάνοντας λόγο για «αυθαίρετο φορμαλισμό» και «αποδόμηση του λόγου» που αδικεί την ποίηση του Αισχύλου, υποστηρίζοντας ότι η Επίδαυρος δεν πρέπει να μετατρέπεται σε εργαστήριο ακραίων πειραματισμών. Μια συζήτηση που δε θα λήξει ποτέ…
5. Ο μινιμαλισμός του Λευτέρη Βογιατζή (1999)

Το 1999, το Εθνικό Θέατρο εμπιστεύεται τους «Πέρσες» σε έναν από τους σημαντικότερους ανανεωτές της σύγχρονης ελληνικής σκηνής, τον Λευτέρη Βογιατζή.
Ο Βογιατζής απέφυγε τις μεγάλες χειρονομίες και τα εντυπωσιακά εφέ. Εστίασε με εμμονική ακρίβεια στον λόγο, στις σιωπές και στις εσωτερικές δονήσεις των χαρακτήρων. Η σκηνοθετική γραμμή του Λευτέρη Βογιατζή βασίστηκε σε μια ανατρεπτική, αποδομητική και βαθιά μουσική προσέγγιση που λάμβανε χώρα στο συμβολικό σκηνικό του Γιώργου Πάτσα: έναν τεράστιο, ανασηκωμένο μεταλλικό διάδρομο γεμάτο πασσάλους. Ο Χορός των Περσών γερόντων δεν ήταν ένα ομοιογενές σύνολο, αλλά μια ομάδα ξεχωριστών προσωπικοτήτων που βίωναν την κατάρρευση του κόσμου τους. Η παράσταση αυτή θεωρείται μέχρι σήμερα υπόδειγμα σκηνοθετικής λεπτομέρειας και σεβασμού στο ποιητικό κείμενο. Την κινησιολογία της παράστασης είχε αναλάβει ο Δημήτρης Παπαϊωάννου μαζί με την Αγγελική Στελλάτου, τα κοστούμια είχε επιμεληθεί επίσης ο Γιώργος Πάτσας και τη μουσική υπέγραφε ο Σπύρος Σακκάς.
Στη διανομή θα συναντήσουμε τους Μαρία Κατσιαδάκη (Άτοσσα), Ακύλλα Καραζήση (Αγγελιαφόρος) Νίκο Αρβανίτη (Δαρείος) Φάνη Μουρατίδη (Ξέρξης). Μέλη του Χορού υπήρξαν οι ηθοποιοί Δημήτρης Ήμελλος, Τάσος Γιαννόπουλος, Αργύρης Ξάφης, Νίκος Κουρής, Γιάννης Νταλιάνης, Θανάσης Δήμου και Παντελής Δεντάκης.
Ο Γιώργος Σαρηγιάννης αποθέωσε τη σκηνοθεσία του Βογιατζή, γράφοντας ότι «ο Λευτέρης Βογιατζής μας έμαθε να ακούμε ξανά τον Αισχύλο». Εξήρε την ικανότητα του σκηνοθέτη να μετατρέψει την τεράστια ορχήστρα της Επιδαύρου σε ένα δωμάτιο ψυχολογικού και φιλοσοφικού βάθους. Ωστόσο, ο κριτικός Περικλής Δουβίτσας παρατήρησε ότι ο ακραίος μινιμαλισμός και οι χαμηλοί τόνοι της παράστασης «χάθηκαν» εν μέρει στις πίσω κερκίδες του αργολικού θεάτρου, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη ανάγνωση, παρά την υψηλή της ποιότητα, ήταν πιο κατάλληλη για έναν κλειστό, εσωτερικό χώρο παρά για το ανοιχτό κοίλον της Επιδαύρου.
6. Λυδία Κονιόρδου: Από την Επίδαυρο στο City Center της Νέας Υόρκης

Το καλοκαίρι του 2006, η Λυδία Κονιόρδου ανέλαβε τη διπλή πρόκληση να σκηνοθετήσει την τραγωδία αλλά και να ενσαρκώσει τη βασίλισσα Άτοσσα. Η μετάφραση ήταν της Νικολέττας Φριντζήλα, τα σκηνικά/κοστούμια της Λιλής Κεντάκα και η μουσική του Τάκη Φαραζή. Η παράσταση θεωρήθηκε ένα «έντιμο πείραμα» που ισορρόπησε ανάμεσα στην παραδοσιακή προσέγγιση του αρχαίου δράματος και την ανάγκη για έναν σύγχρονο, αντιπολεμικό προβληματισμό. Ταξίδεψε εκτός Ελλάδας, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία, μεταξύ άλλων και στο City Center της Νέας Υόρκης. Μάλιστα, η υποδοχή από τους Αμερικανούς κριτικούς είχε έντονο πολιτικό υπόβαθρο, καθώς η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ ήταν ακόμα νωπή.
Στη διανομή εκτός από την ίδια την Λυδία Κονιόρδου στο ρόλο της βασίλισσας, θα βρούμε τον Χρήστο Λούλη στον ρόλο του Ξέρξη ενώ ο Γιάννης Κρανάς θα αναλάβει το ρόλο του Δαρείου. Οκτώ ηθοποιοί μοιράστηκαν τον ρόλο του Αγγελιαφόρου: Δημήτρης Κανέλλος, Τάκης Σακκελαρίου, Σαμψών Φύτρος, Φαίδων Καστρής, Απόστολος Πελεκάνος, Γιώργος Γάλλος, Γιώργος Στάμος και Παναγιώτης Κλίνης. Τον Χορό συμπλήρωναν οι Δημήτρης Αγαρτζίδης, Μανώλης Δραγάτσης, Βασίλης Ζαϊφίδης, Στέφανος Κοσμίδης, Γιάννης Κότσιφας, Βασίλης Μαργέτης, Δημήτρης Μοσχονάς, Γιώργος Ντούσης, Ντίνος Ποντικόπουλος, Παναγιώτης Σακελλαρίου, Βασίλης Σπυρόπουλος. Στην ορχήστρα είδαμε ως ακόλουθες Άτοσσας τις Χρυσάνθη Αυλωνίτη, Κατερίνα Λιοντάκη, Έλενα Μαρσίδου, Έλενα Τοπαλίδου
Ο Γιάννης Βαρβέρης θα γράψει: «Η παράσταση της κυρίας Λυδίας Κονιόρδου στην Επίδαυρο αποτελεί μια σοβαρή, μελετημένη προσπάθεια που σέβεται το κείμενο, αλλά επωμίζεται το βάρος ενός διπλού ρόλου (σκηνοθέτιδας και πρωταγωνίστριας) που μοιραία φέρει τις δικές του καλλιτεχνικές συνέπειες στο τελικό αποτέλεσμα». Ο Γιώργος Σαρηγιάννης θα σημειώσει: «Η Κονιόρδου στήνει έναν Χορό που πάλλεται, που θρηνεί ουσιαστικά, μετατρέποντας την τραγωδία του Αισχύλου σε ένα απόλυτα σύγχρονο σχόλιο για τα δεινά των λαών από τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις»
7. 2008 Το πολυφωνικό ντοκουμέντο του Σταύρου Τσακίρη

O Σταύρος Τσακίρης μετά την παράσταση των «Περσών» του 2003 που παρουσιάστηκε σε περιοδεία με το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και την εταιρεία θεάτρου Ο2 (παράσταση που μετείχε και στο φεστιβάλ GIFT της Τιφλίδας) επανέρχεται το 2008 στο έργο, αυτήν τη φορά με το Θεσσαλικό Θέατρο, σε μια ρηξικέλευθη προσέγγιση, η οποία αποδομούσε την παραδοσιακή δομή της αρχαίας τραγωδίας. Η μετάφραση ήταν από τον Κώστα Λάνταβο, η σκηνογραφία και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, η μουσική του Νίκου Κυπουργού, τα φώτα του Αλέκου Αναστασίου.
Τα πρόσωπα του Αγγελιαφόρου και του ηττημένου βασιλιά Ξέρξη διαλύθηκαν μέσα στον Χορό (Φανή Γέμτου, Νίκος Γιαλελής, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Μάνος Ζαχαράκος, Ελισάβετ Μουτάφη, Αλέξανδρος Μπαλαμιώτης, Βάια Ουγιάρου, Τατιάνα Παπαμόσχου, Γιάννης Τσορτέκης, Αλμπέρτο Φάις). Οι ηθοποιοί λειτουργούσαν ως ένα συλλογικό σώμα «αφηγητών-ντοκουμέντων», μοιραζόμενοι τα λόγια και μεταφέροντας την καταστροφή συλλογικά. Διατηρήθηκαν μόνο δύο ξεχωριστές οντότητες έξω από το σώμα του Χορού: η Άτοσσα (Εύα Κοταμανίδου) και το Είδωλο του Δαρείου (Σοφοκλής Πέππας), που εκπροσωπούσαν το παρελθόν και τη σταθερά της εξουσίας.
8. Dimiter Gotscheff – 2009: η γερμανική σχολή συναντά το αρχαίο δράμα

Ο καταξιωμένος Βούλγαρος σκηνοθέτης Dimiter Gotscheff κλήθηκε από το Εθνικό Θέατρο να μεταφέρει στην Επίδαυρο την περίφημη, μινιμαλιστική εκδοχή του έργου που είχε ανεβάσει προηγουμένως στο Deutsches Theater του Βερολίνου. Η παράσταση προσέγγισε την τραγωδία ως μια βαθιά υπαρξιακή και αντιπολεμική κραυγή, επιλέγοντας μια αντισυμβατική αισθητική και φόρμα και εμποτίζοντάς την με εμβόλιμα κείμενα, επιλογές που τελικά δίχασαν το κοινό. Στο κοίλον της Επιδαύρου ακούστηκαν τόσο δυνατά χειροκροτήματα, όσο και ηχηρά γιουχΐσματα. Ο Μηνάς Χατζησάββας απέδωσε τις αποδοκιμασίες σε «εθνικιστικούς λόγους» και στη δυσκολία του κοινού να αποδεχτεί μια λιγότερο «παραδοσιακή» προσέγγιση της τραγωδίας
Άτοσσα ήταν η Αμαλία Μουτούση, Δαρείος ο Μηνάς Χατζησάββας, Ξέρξης ο Νίκος Καραθάνος ενώ Χορός & Αγγελιαφόροι υπήρξαν οι Στεφανία Γουλιώτη, Κόρα Καρβούνη, Εύη Σαουλίδου, Αλεξία Καλτσίκη, Έλενα Τοπαλίδου, Δημήτρης Ήμελλος, Γιώργος Γάλλος, Νίκος Κουρής κ.α
Η Αριστούλα Ελληνούδη (Θυμέλη) έγραψε, αποτυπώνοντας τον διχασμό της παράστασης: «Ο Γκότσεφ θέλησε να πει πολλά και σοβαρά. Θέλησε να καταδικάσει τον εκτροχιασμένο σύγχρονο κόσμο, τους επεκτατικούς πολέμους, την ιδεολογοπολιτική σύγχυση, την οχλοποίηση και άκριτη υποταγή των λαών σε τυραννικές εξουσίες. Ομως, εγκλωβισμένος και ο ίδιος στην ιδεολογική σύγχυση των καιρών σκηνοθέτησε μιας πλήρους σύγχυσης παράσταση. Αρχή, μέση και τέλος της ήταν το δήθεν μπρεχτικά αποστασιοποιητικό «Αλλο πρόσωπο» που πρόσθεσε ως εκφραστή της «μαρξιστικής» σκηνοθεσίας του. ‘Ενα πρόσωπο κάτι μεταξύ σαιξπηρικού «τρελού» και σημερινού «αριστεροαναρχικού», ανασούμπαλα ντυμένου, με μια μόνο κόκκινη κάλτσα (απλοϊκά «μαρξιστικός» συμβολισμός), που αρχίζοντας να μιλά, απευθυνόμενος στους θεατές, ως «ινστρούκτορας» ξεφουρνίζει την απόλυτα αντιμαρξιστική άποψη: ότι το θέατρο δε διδάσκει απολύτως τίποτα στους ανθρώπους, στους λαούς, επόμενα και στους θεατές του!»
9. Οι σύγχρονες αναγνώσεις: πανδημία και αμφισβήτηση
Η Αντιπολεμική Τελετουργία των Ανδρών: Νικαίτη Κοντούρη – ΚΘΒΕ (2014)

Το καλοκαίρι του 2014, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ) έρχεται στην Επίδαυρο με την Αισχύλεια τραγωδία σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη, μετάφραση Πάνου Μουλλά, σκηνικά Γιώργου Πάτσα και κοστούμια Γιάννη Μετζικώφ.
Η Κοντούρη επέλεξε να υπογραμμίσει τον πατριαρχικό και στρατοκρατικό χαρακτήρα της περσικής αυτοκρατορίας. Ο Άκης Σακελλαρίου ανέλαβε τον ρόλο της βασίλισσας Άτοσσας, ο Γιάννης Φέρτης ενσάρκωσε το μεγαλοπρεπές Φάντασμα του Δαρείου και ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος έφερε εις πέρας τον απαιτητικό μονόλογο του Αγγελιαφόρου. Ξέρξης ήταν ο Γιώργος Κολοβός. Η παράσταση εμπλουτίστηκε αισθητικά, εκτός από τον ανδρικό χορό, από τις «Νύμφες του πένθους» (βουβά γυναικεία πρόσωπα) και τη μουσική της Σοφίας Καμαγιάννη.
.Η κριτικός Μάνια Στάικου σημείωσε ότι επρόκειτο για μια «τίμια, καλοδουλεμένη ανάγνωση» με αξιοσημείωτες ερμηνείες και τελετουργική γεωμετρία κινήσεων, εξαίροντας τον τρόπο που σκιαγραφήθηκε η ύβρις του Ξέρξη. Η Όλγα Σελλά έκανε λόγο για μια «αξιοπρεπή παράσταση σε κλασική συνταγή», που διέθετε «φινέτσα και λεπτή αισθητική σε αρκετές στιγμές της», χωρίς ωστόσο να καταφέρει να φτάσει σε κάτι το πραγματικά απογειωτικό ή ρηξικέλευθο.
Η ροκ ηλεκτρική τελετουργία: Άρης Μπινιάρης – ΘΟΚ (2017)

Το καλοκαίρι του 2017, ο νεαρός σκηνοθέτης Άρης Μπινιάρης έκανε το ντεμπούτο του στην Επίδαυρο με τους «Πέρσες» σε μια παραγωγή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (ΘΟΚ).
Ο Μπινιάρης αντιμετώπισε το αρχαίο δράμα ως ένα είδος κατ’ εξοχήν μουσικό. Συνδυάζοντας τον ζωντανό ηλεκτρονικό και ροκ ήχο (μουσική σύνθεση: Φώτης Σιώτας) με την έντονη σωματική κίνηση, δημιούργησε μια παράσταση-συναυλία. Ο Χορός λειτούργησε ως μια συμπαγής μουσική μπάντα που παρήγαγε ρυθμούς με τα σωματικά μέρη.
Άτοσσα ήταν η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, αγγελιαφόρος ο Χάρης Χαραλάμπους, Δαρείος ο Νίκος Ψαρράς και Ξέρξης ο Αντώνης Μυριαγκός.
Η παράσταση ενθουσίασε το νεανικό κοινό, αλλά προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την παραδοσιακή κριτική κοινότητα. Η Λουίζα Αρκουμανέα έγραψε θετικά, τονίζοντας ότι ο Μπινιάρης «έφερε φρέσκο αέρα και ηλεκτρική ενέργεια στην Επίδαυρο», καταφέρνοντας να συνδέσει τον αρχαίο θρήνο με τη σύγχρονη ροκ κουλτούρα, χωρίς να προδώσει το πνεύμα του έργου. Αντίθετα, ο Γρηγόρης Ιωαννίδης εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις. Στην κριτική του σημείωσε ότι η παράσταση εγκλωβίστηκε σε μια «αισθητική κενού εντυπωσιασμού» και σε ένα «συνονθύλευμα εικόνων και ήχων». Υποστήριξε ότι ο συνεχής, εκκωφαντικός ρυθμός παραπέμπει περισσότερο σε «ιαχές πολεμικής προετοιμασίας» παρά στη βαθιά υπαρξιακή και πολιτική συντριβή που απαιτεί το τέλος της τραγωδίας.
Η παγκόσμια μετάδοση του Δημήτρη Λιγνάδη (2020)

Το καλοκαίρι του 2020, εν μέσω της πανδημίας του COVID-19, το Εθνικό Θέατρο παρουσίασε τους «Πέρσες» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη. Ήταν μια ιστορική παράσταση για έναν εντελώς διαφορετικό και εντελώς τεχνικό λόγο: μεταδόθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία μέσω live streaming σε όλο τον κόσμο, επιτρέποντας σε εκατομμύρια θεατές να συνδεθούν ψηφιακά με το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Η σκηνοθεσία ήταν κλασική, καθαρή, δίνοντας έμφαση στη γραμμική αφήγηση των γεγονότων σε μετάφραση του Θεόδωρου Κ. Στεφανόπουλου, χορογραφία του Κωνσταντίνου Ρήγου, σκηνικά Αλέγιας Παπαγεωργίου και κοστούμια Έύας Νάθενα, ενώ τη συζήτηση «έκλεψαν» από τη μια η κατά τόπους χρήση της ερασμιακής προφοράς της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και από την άλλη, το φιλί του σκηνοθέτη κατά τη διάρκεια της υπόκλισης στο τουριστικής ποιότητας ομοίωμα του Παρθενώνα, οικοδόμημα που έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε την περίοδο των περσικών πολέμων!
Στον ρόλο της Άτοσσας επιστρέφει η Λυδία Κονιόρδου, Αγγελιαφόρος ήταν ο Αργύρης Πανταζάρας, Είδωλο του Δαρείου ο Νίκος Καραθάνος και Ξέρξης ο Αργύρης Ξάφης. Τον Χορό των γερόντων αποτελούσαν οι Βασίλης Αθανασόπουλος, Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Μιχάλης Θεοφάνους, Σπύρος Κυριαζόπουλος, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Λαέρτης Μαλκότσης, Δημήτρης Παπανικολάου, Γιάννος Περλέγκας και Αλμπέρτο Φάις.
Ο Γιώργος Βουδικλάρης διέκρινε «μόνο κόπωση και αμηχανία μπροστά σε ένα σκηνικό αποτέλεσμα αμήχανο κι ασυντόνιστο» συμπεραίνοντας πως «η ανάταση την οποία ευαγγελιζόταν ο σκηνοθέτης στο σημείωμά του δεν ήλθε ποτέ», Σε άλλο πνεύμα καταλήγει η κριτική της Όλγας Σελλά η οποία μίλησε για «μια σπονδή στο κείμενο, μια κλασική όσο και καθαρή παράσταση».«Ανώριμο αισθητικό κράμα» ήταν η διατύπωση της Λουϊζας Αρκουμανέα μιας και παράσταση προσπάθησε να συνταιριάξει ανόμοια στοιχεία: από τη μία, μια συντηρητική, ακαδημαϊκή αναπαράσταση και από την άλλη, τις «ποπ» και εξωστρεφείς χορογραφίες του Κωνσταντίνου Ρήγου— με αποτέλεσμα το τελικό θέαμα να στερείται ενιαίας ταυτότητας και εσωτερικής πνευματικότητας.
Η πολιτική κρίση του Δημήτρη Καραντζά (2022)

Το 2022, ο νεαρός αλλά ήδη καταξιωμένος σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς παρουσίασε μια τολμηρή και βαθιά πολιτική ανάγνωση του έργου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Ο Καραντζάς ένωσε το κοίλον με την ορχήστρα, μετατρέποντας το θέατρο σε έναν χώρο δημόσιας συζήτησης για την ήττα και την καταστροφή.
Με μια πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών (Ρένη Πιττακή, Χρήστος Λούλης, Γιώργος Γάλλος, Μιχάλης Οικονόμου αλλά και Αλεξία Καλτσίκη, Θεοδώρα Τζήμου, Γιάννης Κλίνης, Αινείας Τσαμάτης, Ηλίας Μουλάς), η παράσταση έθεσε σκληρά ερωτήματα για την προσκόλληση στην εξουσία και το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που καλείται να συνεχίσει να υπάρχει μετά από μια ολοκληρωτική καταστροφή.
Η Ματίνα Καλτάκη άσκησε αυστηρή κριτική στην παράσταση χαρακτηρίζοντας την πολιτικοποίηση της παράστασης ως αυθαίρετη και αλλοιωτική για το αισχυλικό κείμενο. Αν και αναγνώρισε τις σκηνοθετικές προθέσεις, έκρινε ότι το αποτέλεσμα ήταν μια ρηχή ιδεολογική περφόρμανς που υποβάθμισε την τραγικότητα του έργου. Η Τώνια Καράογλου αναγνώρισε «μια ουσιαστική πνευματική ανάγνωση» και θεώρησε ότι ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε το κείμενο ως ένα ζωντανό πεδίο σύγχρονου κοινωνικού διαλόγου. Για τη μετατόπιση του έργου από το θρησκευτικό στο κοινωνικό επίπεδο μίλησα εγώ σημειώνοντας ότι «Ο Δημήτρης Καραντζάς απομάκρυνε το έργο από το θρησκευτικό και το τελετουργικό του πλαίσιο και το μετέφερε στο καθαρά κοινωνικοπολιτικό πεδίο».
Η τελετουργία του θρήνου από τον Σάββα Στρούμπο (2023)

Η παράσταση παρουσιάστηκε από την Ομάδα Σημείο Μηδέν σε περιοδεία ανά την Ελλάδα το καλοκαίρι του 2023, όπως και το καλοκαίρι του 2024. Συμμετείχε στο Ary Carnuntum Festival, στην Αυστρία το 2024.
Η προσέγγιση του Σάββα Στρούμπου και της Ομάδας Σημείο Μηδέν πάνω στους «Πέρσες» βασίζεται σε μια βαθιά φιλοσοφική, πολιτική και βιο-πολιτική ανάλυση. Δεν αντιμετωπίζουν το έργο απλώς ως ένα ιστορικό δράμα, αλλά ως μια ζωντανή, διαχρονική ανατομία της ανθρώπινης συμπεριφοράς απέναντι στην εξουσία. Ο σκηνοθέτης διερωτάται ανοιχτά αν η ανθρωπότητα έμαθε ποτέ από τα «ανθρωποσφαγεία» του 20ου και 21ου αιώνα. Η κραυγή του ποιητή παραμένει επίκαιρη γιατί οι ισχυροί του πλανήτη συνεχίζουν να οδηγούν τον κόσμο στο χείλος της αβύσσου.
Έξι ηθοποιοί λειτουργούν μόνιμα στη σκηνή ως ένα ενιαίο σώμα (ο Χορός), μέσα από το οποίο αναδύονται και αποσπώνται κάθε φορά τα συγκεκριμένα πρόσωπα του έργου. Κορυφαία Χορού η Ρόζυ Μονάκη, Άτοσσα η Έβελυν Ασουάντ, Αγγελιαφόρος ο Μπάμπης Αλεφάντης και η Άννα Μαρκά Μπονισέλ, Δαρείος η Έλλη Ιγγλίζ και Ξέρξης ο Ντίνος Παπαγεωργίου.
Ο Σάββας Πατσαλίδης θα γράψει για μια μια «εξαιρετική, σε μουσικότητα, ακρίβεια και συντέλεση, παρτιτούρα σωμάτων και ήχων, μια αποκαλυπτική τοπογραφία δράσεων, αποδράσεων και αντιδράσεων απέναντι σε θέματα όπως εξουσία, ήττα, ύβρις, αλαζονία», ενώ η Μαρία Μαρή θα κάνει μνεία για ένα «αποτέλεσμα άριστο θεατρικά, εκφραστικά, εικαστικά, χοροτεχνικά» συνοψίζοντας πως «η εμβάθυνση στο κείμενο και την ερμηνεία, όπως την έχει διδαχθεί από τον Θόδωρο Τερζόπουλο ο Σάββας Στρούμπος και τη διδάσκει στους ηθοποιούς του, δημιουργεί μια ιδιαίτερη θεατρική δημιουργία, που ενεργεί δυναμικά στον θεατή που παρακολουθεί την παράσταση».
10. 2026: ο Χρήστος Θεοδωρίδης και οι «Πέρσες»

.Στις 3 και 4 Ιουλίου 2026, ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης παρουσιάζει τη δική του εκδοχή για τους «Πέρσες» στην Επίδαυρο, στην πρώτη του κάθοδο στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.
Ο Θεοδωρίδης, όπως ο ίδιος αναφέρει, πρόκειται να αντιμετωπίσει το έργο ως μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή και ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου. Οι Πέρσες του είναι συνέχεια μιας νοητής πορείας που έχει σχηματίσει τα τελευταία χρόνια με έργα πολιτικά φορτισμένα και ιδιαίτερα επίκαιρα («Σ’ εσάς που με ακούτε»/Λούλα Αναγνωστάκη, «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου»/Εντουάρ Λουί, «Συνέδριο για το Ιράν»/Ιβάν Βιριπάγεφ, κ.ά.).Με έναν δυναμικό 18μελή Χορό (Πάρης Αλεξανδρόπουλος, Αγγελική Δεληθανάση, Γιώργος Δερμεντζίδης Κρητικός,Γιώργος, Εξακοΐδης,Ξένια Θεμελή,Γιώργος Κισσανδράκης, Γιώργος Κωνσταντινίδης, Ντένης Μακρής, Δημήτρης Μανδρινός, Νίκος Μανωλάς, Αγγελική Παντερμαλή, Τατιάνα- Άννα Πίττα, Πέννυ Σακελλαριάδη, Σαββίνα Σωτηροπούλου, Βασίλης Τρυφουλτσάνης, Βασίλης Τσαλίκης,Σαμψών Φύτρος) και κορυφαίους πρωταγωνιστές: τη Μαρία Ναυπλιώτου ως Άτοσσα, τον Δημήτρη Καταλειφό ως Δαρείο, τον Αναστάση Ροϊλό ως Ξέρξη και τον Σταύρο Σβήγκο ως αγγελιαφόρο. Είκοσι δύο ηθοποιοί, που παραμένουν διαρκώς επί σκηνής, συνθέτουν έναν Χορό-πρωταγωνιστή, που με μόνα εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, εκφράζει το συλλογικό τραύμα μιας μουδιασμένης κοινωνίας.

Η μετάφραση είναι του Παναγιώτη Μουλλά, η δραματουργική επεξεργασία των Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου, Παύλου Σούλη και Χρήστου Θεοδωρίδη, οι φωτισμοί της Ιωάννας Αθανασίου και του Τάσου Παλαιορούτα, η μουσική του Jeph Vanger, τα κοστούμια της Τίνας Τζόκα, η χορογραφία της Ξένιας Θεμελή
Πηγές: Αρχείο Εθνικού Θεάτρου, Αρχείο Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας, Αρχείο Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, Κατερίνα Αρβανίτη-«Η αρχαία Ελληνική τραγωδία στο Εθνικό Θέατρο» τόμοι Ι και ΙΙ Εκδόσεις Παπαζήση, Έλενα Σταματοπούλου – «Το Νεοελληνικό Θέατρο στα χρόνια της καχεκτικής δημοκρατίας 1944-1967- Η πολιτική ρεπερτορίου των Αθηναϊκών επαγγελματικών θιάσων πρόζας, τόμος Α 1944-1955» Εκδόσεις Ισνάφι, δημοσιεύματα στον Τύπο.
