Αφιέρωμα | Οι «Τρωάδες» στο Εθνικό Θέατρο: Εξήντα ένα χρόνια σκηνικών αναγνώσεων

Αφιέρωμα | Οι «Τρωάδες» στο Εθνικό Θέατρο: Εξήντα ένα χρόνια σκηνικών αναγνώσεων. Το έργο στο Εθνικό Θέατρο, από την πρώτη ιστορική παραγωγή του 1965 έως τη νέα σκηνική πρόταση του 2026, επέστρεψε επανειλημμένα στο ρεπερτόριο του οργανισμού, κάθε φορά αντανακλώντας τις αισθητικές αναζητήσεις της εποχής, αλλά και τις μεταβαλλόμενες αντιλήψεις για το αρχαίο δράμα. Οι διαφορετικές σκηνοθετικές προσεγγίσεις, οι μεταφράσεις, οι μουσικές συνθέσεις, οι ερμηνευτικές επιλογές και η κριτική υποδοχή κάθε παράστασης συνθέτουν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία φωτίζει τη μεταμόρφωση της πρόσληψης του Ευριπίδη στην ελληνική σκηνή.

Οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη, έργο που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Μεγάλα Διονύσια του 415 π.Χ., αποτελούν μία από τις κορυφαίες αντιπολεμικές τραγωδίες της παγκόσμιας δραματουργίας.

Γραμμένες λίγο μετά την καταστροφή της Μήλου από τους Αθηναίους, οι «Τρωάδες» δεν εξυμνούν τη νίκη ούτε αφηγούνται τα κατορθώματα των ηρώων του Τρωικού Πολέμου. Αντίθετα, μεταφέρουν το βλέμμα στις γυναίκες της ηττημένης Τροίας και καταγράφουν με συγκλονιστικό τρόπο τις συνέπειες του πολέμου πάνω στους αμάχους. Ο Ευριπίδης εγκαταλείπει τον κόσμο των νικητών και δίνει φωνή στους ηττημένους, αναδεικνύοντας την ανθρώπινη οδύνη ως το πραγματικό πρόσωπο κάθε πολεμικής σύγκρουσης.

Η δράση εκτυλίσσεται αμέσως μετά την άλωση της Τροίας. Στην ερειπωμένη πόλη, οι γυναίκες περιμένουν να πληροφορηθούν σε ποιον Έλληνα στρατηγό θα δοθούν ως σκλάβες. Η άλλοτε πανίσχυρη βασίλισσα Εκάβη παρακολουθεί ανήμπορη τη διάλυση της οικογένειάς της και της ίδιας της πατρίδας της. Η Κασσάνδρα, προορισμένη για παλλακίδα του Αγαμέμνονα, υποδέχεται τη μοίρα της με προφητική έκσταση, γνωρίζοντας ότι ο γάμος της θα οδηγήσει στην καταστροφή του νικητή. Η Ανδρομάχη πληροφορείται ότι ο μικρός γιος της, ο Αστυάνακτας, πρέπει να θανατωθεί για να μην αναγεννηθεί ποτέ η δύναμη της Τροίας. Η Ελένη, υπαίτια –κατά τους περισσότερους– του πολέμου, προσπαθεί να πείσει τον Μενέλαο να της χαρίσει τη ζωή, ενώ η αντιπαράθεσή της με την Εκάβη αποτελεί μία από τις κορυφαίες σκηνές της τραγωδίας. Το έργο ολοκληρώνεται με την παράδοση του νεκρού Αστυάνακτα στη γιαγιά του για ταφή και με την πυρπόληση της Τροίας, καθώς οι γυναίκες οδηγούνται στην εξορία και στη δουλεία.

Το έργο στο Εθνικό Θέατρο, από την πρώτη ιστορική παραγωγή του 1965 έως τη νέα σκηνική πρόταση του 2026, επέστρεψε επανειλημμένα στο ρεπερτόριο του οργανισμού, κάθε φορά αντανακλώντας τις αισθητικές αναζητήσεις της εποχής, αλλά και τις μεταβαλλόμενες αντιλήψεις για το αρχαίο δράμα. Οι διαφορετικές σκηνοθετικές προσεγγίσεις, οι μεταφράσεις, οι μουσικές συνθέσεις, οι ερμηνευτικές επιλογές και η κριτική υποδοχή κάθε παράστασης συνθέτουν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία φωτίζει τη μεταμόρφωση της πρόσληψης του Ευριπίδη στην ελληνική σκηνή.

Το παρόν αφιέρωμα επιχειρεί να καταγράψει αυτή τη διαδρομή, παρουσιάζοντας με χρονολογική σειρά όλες τις παραγωγές των «Τρωάδων» από το Εθνικό Θέατρο, από το 1965 έως το 2026. Βασίζεται στο αρχειακό υλικό του Εθνικού Θεάτρου, σε δημοσιευμένες κριτικές του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου, καθώς και στη σχετική θεατρολογική βιβλιογραφία (ιδιαίτερη μνεία στο έργο της Κατερίνας Αρβανίτη «Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία στο Εθνικό Θέατρο», εκδ. Παπαζήση) Μέσα από αυτό, μπορεί κάποιος να διακρίνει τη συνεχή συνομιλία ανάμεσα στο ευριπίδειο κείμενο και στις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες. Γιατί οι «Τρωάδες» αποτελούν ένα ζωντανό θεατρικό κείμενο που εξακολουθεί να θέτει, με αφοπλιστική δύναμη, ερωτήματα για τον πόλεμο, την εξουσία, την αξιοπρέπεια…

Οι «Τρωάδες» του 1965 και του 1968: η ιστορική αρχή του Εθνικού Θεάτρου

1965-Ελένη-Ζαφειριου-Χορός

Η παρουσίαση των Τρωάδων του Ευριπίδη από το Εθνικό Θέατρο το καλοκαίρι του 1965 αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες στιγμές στην ιστορία των Επιδαυρίων και ταυτόχρονα σημείο αναφοράς για τη σκηνική πρόσληψη της ευριπίδειας τραγωδίας στην Ελλάδα. Η παράσταση ανέβηκε στις 4 Ιουλίου 1965 στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη, με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, σκηνικά του Κλεόβουλου Κλώνη, κοστούμια του Αντώνη Φωκά και χορογραφία της Ραλλούς Μάνου. Τον ρόλο της Εκάβης ερμήνευσε η Αλέκα Κατσέλη, ενώ συμμετείχαν ακόμη η Πίτσα Καπιτσινέα (Αθηνά), η Κάκια Παναγιώτου (Κασσάνδρα), η Ελένη Ζαφειρίου (Ανδρομάχη), η Έλλη Βοζικιάδου (Ελένη), ο Γιάννης Αποστολίδης (Ποσειδών) και ο Θόδωρος Μορίδης (Ταλθύβιος). Η επιτυχία της παράστασης οδήγησε σε επαναλήψεις το 1966 στην Επίδαυρο, στη Δωδώνη και στο Ηρώδειο.

Η επιλογή του Τάκη Μουζενίδη δεν ήταν τυχαία. Ο σκηνοθέτης είχε ήδη διαμορφώσει μια σαφή άποψη για το αρχαίο δράμα, αναζητώντας μια ισορροπία ανάμεσα στον σεβασμό προς το κείμενο και στη θεατρική του ζωντάνια. Στις Τρωάδες απέφυγε τις υπερβολικές αρχαιοπρεπείς συμβάσεις και επικέντρωσε τη σκηνική δράση στον ανθρώπινο πόνο των ηττημένων γυναικών της Τροίας. Η τραγωδία δεν παρουσιάστηκε ως αρχαιολογικό μνημείο αλλά ως διαχρονικός στοχασμός πάνω στις συνέπειες του πολέμου, αποκτώντας ιδιαίτερη επικαιρότητα σε μια περίοδο όπου η μνήμη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρέμενε έντονη.

Καθοριστική υπήρξε η συμβολή του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος συνέθεσε μια μουσική που υπερέβαινε τον λειτουργικό της ρόλο και μετατρεπόταν σε ισότιμο δραματουργικό στοιχείο. Η μελοποίηση των χορικών απέδωσε λυρισμό αλλά και ένταση, ενώ η μουσική επένδυση ενίσχυσε τη συλλογική διάσταση του θρήνου.

Η Αλέκα Κατσέλη, στον ρόλο της Εκάβης, προσέφερε μία από τις πλέον εμβληματικές ερμηνείες της καριέρας της. Η υποκριτική της χαρακτηρίστηκε από εσωτερικότητα, αξιοπρέπεια και δραματική λιτότητα. Αντί για εξάρσεις μελοδραματισμού, επέλεξε μια συγκρατημένη έκφραση του πόνου, αποδίδοντας την Εκάβη ως σύμβολο της ανθρώπινης αντοχής απέναντι στην απόλυτη καταστροφή. Αντίστοιχα, η Κάκια Παναγιώτου απέδωσε μια εκρηκτική και προφητική Κασσάνδρα, ενώ η Ελένη Ζαφειρίου προσέγγισε την Ανδρομάχη με τρυφερότητα και βαθιά τραγικότητα.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Χορό, τον οποίο η Ραλλού Μάνου αντιμετώπισε ως συλλογικό πρωταγωνιστή και όχι ως διακοσμητικό στοιχείο. Οι λιτές, γεωμετρικές κινήσεις και η οργανική σύνδεση με τη μουσική του Θεοδωράκη συνέβαλαν στη δημιουργία μιας αυστηρής αλλά ιδιαίτερα εκφραστικής σκηνικής εικόνας. Τα σκηνικά του Κλεόβουλου Κλώνη απέφυγαν τον περιττό εντυπωσιασμό, προτείνοντας έναν αφαιρετικό χώρο που ανέδειξε τη δραματική ένταση του έργου.

Η παράσταση έγινε δεκτή με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τον αθηναϊκό Τύπο. Ο Μάριος Πλωρίτης υπογράμμισε τη δραματική συνοχή της σκηνοθεσίας και την υψηλή ποιότητα των ερμηνειών, ενώ η Ελένη Ουράνη/Άλκης Θρύλος επαίνεσε κυρίως τη συγκίνηση που προκαλούσε η μορφή της Εκάβης και τη λειτουργία του Χορού. Πολλοί κριτικοί της εποχής θεώρησαν ότι η μουσική του Θεοδωράκη αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της παράστασης, καθώς συνέδεσε την αρχαία τραγωδία με τη σύγχρονη ελληνική μουσική δημιουργία, ωστόσο ορισμένοι εξέφρασαν επιφυλάξεις για τη σύγχρονη μουσική γλώσσα του Θεοδωράκη, θεωρώντας ότι απομακρυνόταν από την καθιερωμένη αισθητική του αρχαίου δράματος. Όλοι πάντως συμφώνησαν στη δύναμη και τη συνοχή της συνολικής σκηνικής πρότασης.

Η παράσταση παρουσιάστηκε εκ νέου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 7 Ιουλίου 1968, διατηρώντας τον βασικό κορμό της δημιουργικής ομάδας, με σκηνικά του Κλεόβουλου Κλώνη, κοστούμια του Αντώνη Φωκά και χορογραφία της Ραλλούς Μάνου. Στη μουσική υπήρξε η σημαντικότερη αλλαγή, προφανώς για πολιτικούς λόγους (βρισκόμαστε στα βάθη της δικτατορίας των συνταγματαρχών): αντί της σύνθεσης του Μίκη Θεοδωράκη, χρησιμοποιήθηκε μουσική του Στέφανου Γαζουλέα, γεγονός που διαφοροποίησε αισθητά τη φυσιογνωμία της παράστασης. Στον ρόλο της Εκάβης επανήλθε η Αλέκα Κατσέλη, ενώ στη διανομή συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, η Μάρω Κοντού ως Ελένη, η Κάκια Παναγιώτου ως Κασσάνδρα και η Ελένη Ζαφειρίου ως Ανδρομάχη.

Η αναβίωση πραγματοποιήθηκε σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη ιστορική συγκυρία. Έναν χρόνο μετά την επιβολή της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, η τραγωδία του Ευριπίδη, με επίκεντρο τον πόνο των ηττημένων και την καταδίκη της πολεμικής βίας, αποκτούσε αναπόφευκτα νέες πολιτικές αποχρώσεις. Παρότι το Εθνικό Θέατρο, ως μέρος του κρατικού ιστού, δεν μπορούσε να προχωρήσει σε άμεσες πολιτικές αναγνώσεις, η ίδια η δραματουργία του έργου λειτούργησε από μόνη της ως διαχρονική υπενθύμιση των συνεπειών της αυταρχικής εξουσίας.

Η υποδοχή της αναβίωσης υπήρξε θετική, αν και αναπόφευκτα συγκρίθηκε με την πρώτη παρουσίαση του 1965. Οι περισσότεροι κριτικοί αναγνώρισαν ότι η παράσταση διατηρούσε τη δύναμή της χάρη στη συνοχή της σκηνοθεσίας και στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσε η νέα μουσική του Στέφανου Γαζουλέα. Υπογραμμίστηκε ιδιαίτερα ότι η πειραματική γραφή της απομάκρυνε τον θεατή από τη συγκινησιακή αμεσότητα που είχε επιτύχει ο Θεοδωράκης στην πρώτη εκδοχή.

Η παράσταση του 1975: η ανθρωποκεντρική ανάγνωση του Αλέξη Σολομού και η επιστροφή του Μίκη Θεοδωράκη

1975-Μαρία-Σκούντζου-Κορυφαία-Τζέση-Παπουτσή-Χορός-Ελένη-Χατζηαργύρη-Εκάβη-Φωτεινή-Μανέτα-Κορυφαία

Η επιστροφή των «Τρωάδων» στο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου το 1975 σηματοδότησε μια νέα σκηνική προσέγγιση του ευριπίδειου έργου. Δέκα χρόνια μετά την ιστορική παράσταση του Τάκη Μουζενίδη, το Εθνικό ανέθεσε τη σκηνοθεσία στον Αλέξη Σολομό, έναν από τους σημαντικότερους μελετητές και σκηνοθέτες του αρχαίου δράματος. Η παράσταση παρουσιάστηκε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 20 Ιουλίου 1975, σε μετάφραση Θρασύβουλου Σταύρου, με σκηνικά και κοστούμια του Κλεόβουλου Κλώνη και μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Εκάβης ερμήνευσε η Ελένη Χατζηαργύρη, ενώ συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, η Αντιγόνη Βαλάκου (Κασσάνδρα), η Μιράντα Ζαφειροπούλου (Ελένη), η Κάκια Παναγιώτου (Ανδρομάχη), ο Γκίκας Μπινιάρης (Ποσειδών) και ο Λυκούργος Καλλέργης (Ταλθύβιος). Η παραγωγή περιόδευσε στη συνέχεια σε σημαντικούς θεατρικούς σταθμούς της Ελλάδας.

Η παράσταση δημιουργήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κοινωνία αναζητούσε νέες ισορροπίες μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι Τρωάδες αντιμετωπίστηκαν λιγότερο ως πολιτική αλληγορία (όπως κανείς δεν περίμενε) και περισσότερο ως τραγωδία για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τη βία και τη μοίρα των αμάχων. Ο Αλέξης Σολομός, βαθύς γνώστης της αρχαίας τραγωδίας, επέλεξε μια σκηνοθεσία που υπηρετούσε πρωτίστως τον λόγο του Ευριπίδη.

Ιδιαίτερη σημασία απέκτησε η εικαστική πρόταση της παράστασης με τις γλυπτικές κατασκευές της Ναταλίας Κωνσταντινίδη μέσα σε ένα λιτό περιβάλλον. Η λιτότητα των σκηνικών άφηνε τον χώρο να «αναπνεύσει», ενώ οι χρωματικές επιλογές των κοστουμιών υπογράμμιζαν τη μετάβαση από τη βασιλική μεγαλοπρέπεια στην απόλυτη ταπείνωση των ηρωίδων.

Και βεβαίως σημαντική υπήρξε η επιστροφή του Μίκη Θεοδωράκη στη μουσική επένδυση του έργου, φωτίζοντας τη λυρική διάσταση του έργου.

Η κριτική υποδοχή υπήρξε, στο μεγαλύτερο μέρος της, θετική. Οι περισσότεροι κριτικοί επαίνεσαν την πνευματική συγκρότηση της σκηνοθεσίας και την ποιότητα των ερμηνειών. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στη σκηνοθετική πειθαρχία του Σολομού και στη δύναμη του λόγου του Ευριπίδη, θεωρώντας ότι η παράσταση απέφευγε κάθε περιττή επιτήδευση. Παράλληλα, ορισμένοι σχολιαστές επισήμαναν ότι η λιτότητα της σκηνικής γραφής περιόριζε τη συναισθηματική φόρτιση.

Οι Τρωάδες του 1983: μια εσωτερική ανάγνωση της ευριπίδειας τραγωδίας

1983-Μαρία-Σκούντζου-Εκάβη-και-Χορός

Η επάνοδος των «Τρωάδων» στο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου το καλοκαίρι του 1983 σηματοδότησε μια νέα σκηνική προσέγγιση του έργου του Ευριπίδη. Η παράσταση παρουσιάστηκε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 16 Ιουλίου 1983, σε σκηνοθεσία Σταύρου Ντουφεξή και μετάφραση των Δημήτρη Μηλιάδη – Σταύρου Ντουφεξή. Τα σκηνικά και τα κοστούμια σχεδίασε ο Σάββας Χαρατσίδης, τη μουσική συνέθεσε ο Χριστόδουλος Χάλαρης, τις μάσκες φιλοτέχνησε ο Κυριάκος Ρόκκος, ενώ την κίνηση του Χορού επιμελήθηκε η Νατάσα Ζούκα. Η μουσική διδασκαλία ήταν της Έλλης Νικολαΐδου. Στον ρόλο της Εκάβης εμφανίστηκε η Μαρία Σκούντζου, πλαισιωμένη από τους Τάσο Χαλκιά (Ποσειδών), Αντιγόνη Γλυκοφρύδη (Αθηνά), Ιάκωβο Ψαρρά (Ταλθύβιο), Πέμη Ζούνη και Χριστίνα Κέρκενταλ (Κασσάνδρα), Όλγα Τουρνάκη και Όλγα Κισκύρα (Ανδρομάχη), Νικήτα Τσακίρογλου (Μενέλαο) και Ανθή Ανδρεοπούλου (Ελένη).

Η παραγωγή παρουσιάστηκε σε μια περίοδο κατά την οποία το Εθνικό Θέατρο επιχειρούσε να ανανεώσει τη σκηνική του γλώσσα στο αρχαίο δράμα, αναζητώντας μια ισορροπία ανάμεσα στον σεβασμό προς το κείμενο και στις σύγχρονες σκηνικές αναζητήσεις. Ο Σταύρος Ντουφεξής, γνώστης της αρχαίας τραγωδίας, δεν επιδίωξε μια ριζοσπαστική ανατροπή της παράδοσης, αλλά μια περισσότερο εσωτερική και ψυχολογική ανάγνωση του έργου. Η παράσταση επικέντρωνε το ενδιαφέρον της όχι στη θεαματικότητα της καταστροφής της Τροίας, αλλά στις ανθρώπινες συνέπειες του πολέμου και στη σταδιακή συντριβή των γυναικών που επιβιώνουν της άλωσης.

Ο εικαστικός κόσμος του Σάββα Χαρατσίδη υπηρέτησε αυτήν ακριβώς τη λογική. Τα σκηνικά χαρακτηρίζονταν από λιτότητα και αυστηρότητα, δημιουργώντας έναν χώρο που παρέπεμπε περισσότερο σε τόπο ερήμωσης παρά σε ιστορική αναπαράσταση της Τροίας. Τα κοστούμια, χωρίς περιττές διακοσμήσεις, υπογράμμιζαν τη μετάβαση των ηρωίδων από τη βασιλική αξιοπρέπεια στην αιχμαλωσία και την εξορία.

Ο Χριστόδουλος Χάλαρης αξιοποιώντας τη μακρόχρονη ενασχόλησή του με την ελληνική μουσική παράδοση και τη μελέτη των αρχαίων μουσικών τρόπων, συνέθεσε μια λιτή αλλά υποβλητική μουσική, που λειτουργούσε ως δραματουργικό σχόλιο και όχι ως αυτόνομο συναυλιακό στοιχείο.

Η κριτική υποδοχή υπήρξε προσεκτική αλλά σε γενικές γραμμές θετική. Οι κριτικοί αναγνώρισαν την ποιότητα της σκηνοθετικής εργασίας, τη μουσική του Χάλαρη και τη συνοχή της εικαστικής πρότασης, επισημαίνοντας ότι ο Ντουφεξής επιχείρησε να μεταφέρει το ενδιαφέρον από το εξωτερικό θέαμα στην εσωτερική τραγικότητα των προσώπων. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στη σοβαρότητα της σκηνοθεσίας και στην προσπάθεια ανάδειξης της ανθρώπινης διάστασης του έργου, ενώ άλλοι σχολιαστές σημείωσαν ότι η επιλογή ενός χαμηλότονου σκηνικού ύφους περιόριζε ορισμένες στιγμές τη δραματική κορύφωση. Ωστόσο, υπήρξε ευρεία συμφωνία ότι επρόκειτο για μια παράσταση υψηλής αισθητικής συνέπειας, η οποία απέφευγε τον εύκολο εντυπωσιασμό.

Οι Τρωάδες του 1985: η σκηνική λιτότητα και ο σύγχρονος λόγος του Ανδρέα Φιλιππίδη

1985-Σμαράγδα-Διαμαντίδου-Χορός-Μίνα-Χειμωνά-Χορός-Όλγα-Τουρνάκη-Εκάβη-Ολυμπία-Τολίκα-Χορός

Η παραγωγή των «Τρωάδων» που παρουσίασε το Εθνικό Θέατρο τον Νοέμβριο του 1985 σηματοδότησε μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση στην πρόσληψη του ευριπίδειου έργου. Σε αντίθεση με τις μεγάλες θερινές παραγωγές της Επιδαύρου, η παράσταση σχεδιάστηκε για τη Νέα Σκηνή του Κτηρίου Τσίλλερ, εγκαινιάζοντας έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της αρχαίας τραγωδίας, προσαρμοσμένο στις δυνατότητες ενός κλειστού θεάτρου και στην επιδίωξη μιας πιο άμεσης επικοινωνίας με τον θεατή. Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1985, ενώ ακολούθησε επανάληψη στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στις αρχές του 1986.

Η παράσταση, με τίτλο «Τρωαδίτισσες» σκηνοθετήθηκε από τον Ανδρέα Φιλιππίδη, σε νέα μετάφραση του Θανάση Βαλτινού, μια επιλογή που αποδείχθηκε καθοριστική για τον χαρακτήρα της παραγωγής. Τα σκηνικά και τα κοστούμια υπογράφει ο Αντώνης Κυριακούλης, τη μουσική συνέθεσε ο Βασίλης Δημητρίου, την κίνηση επιμελήθηκε ο Βασίλης Λάγκος, ενώ τη μουσική διδασκαλία είχε η Ολυμπία Κυριακάκη-Λουκίσσα. Βοηθός σκηνοθέτη ήταν ο Σπύρος Δημητρακόπουλος. Στον ρόλο της Εκάβης εμφανίστηκε η Όλγα Τουρνάκη, πλαισιωμένη από τους Κώστα Κοσμόπουλο και Γιάννη Βουγιουκλή (Ποσειδώνας), Πόπη Παπαδάκη και Δήμητρα Τσέλιου (Αθηνά), Βύρωνα Πάλλη (Ταλθύβιο), Ιλιάδα Λαμπρίδου και Ράσμη Τσόπελα (Κασσάνδρα), Νόνη Ιωαννίδου και Έφη Μουρίκη (Ανδρομάχη), Βασίλη Κανάκη και Γιάννη Λιακάκο (Μενέλαο) και Χριστίνα Θεοδωροπούλου (Ελένη).

Η επιλογή του Θανάση Βαλτινού ως μεταφραστή αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα της παραγωγής. Ο λόγος του, λιτός, πυκνός και απαλλαγμένος από ρητορικές εξάρσεις, έφερε την τραγωδία πιο κοντά στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, χωρίς να απομακρύνεται από τη δραματική ποιότητα του πρωτοτύπου.

Ακολουθώντας αυτή τη γλωσσική κατεύθυνση, ο Ανδρέας Φιλιππίδης διαμόρφωσε μια σκηνοθεσία εσωτερικών τόνων. Η παράσταση απέφυγε τον μνημειακό χαρακτήρα που είχε συνδεθεί με τις επιδαύριες παραγωγές των προηγούμενων δεκαετιών και στράφηκε προς μια περισσότερο ψυχολογική ανάγνωση. Η μικρότερη σκηνική κλίμακα της Νέας Σκηνής επέτρεψε στους ηθοποιούς να αναδείξουν τις λεπτές συναισθηματικές διακυμάνσεις των προσώπων, μεταφέροντας το ενδιαφέρον από τη συλλογική εικόνα στη βιωματική εμπειρία της κάθε ηρωίδας.

Η κριτική της εποχής αντιμετώπισε την παραγωγή ως μια ενδιαφέρουσα απόπειρα ανανέωσης της σκηνικής γλώσσας του Εθνικού Θεάτρου. Αρκετοί κριτικοί επισήμαναν ότι η σκηνοθεσία του Φιλιππίδη ανέδειξε τη σύγχρονη διάσταση του έργου μέσα από την απλότητα των εκφραστικών μέσων και την έμφαση στις ανθρώπινες σχέσεις. Ιδιαίτερα θετικά σχολιάστηκε η μετάφραση του Βαλτινού, η οποία θεωρήθηκε ότι έδωσε νέα πνοή στον ευριπίδειο λόγο. Διατυπώθηκαν, ωστόσο, και επιφυλάξεις για τη συγκρατημένη σκηνική ένταση, καθώς ορισμένοι θεώρησαν ότι η εσκεμμένη λιτότητα περιόριζε την τραγική μεγαλοπρέπεια του έργου.

Οι Τρωάδες του 1991: η επιστροφή της Άννας Συνοδινού και η τραγωδία ως πολιτικός στοχασμός

1991-Μαρία-Σκούντζου-Ανδρομάχη-Άννα-Συνοδινού-Εκάβη-Μιχάλης-Μινωτάκης-Αστυάνακτας

Το καλοκαίρι του 1991 το Εθνικό Θέατρο επανήλθε στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη με μια παραγωγή που συνδύαζε την εμπειρία καταξιωμένων συντελεστών με μια σύγχρονη ανάγνωση της τραγωδίας. Η παράσταση παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 26 και 27 Ιουλίου 1991, ενώ ακολούθησε εκτεταμένη περιοδεία στην Ελλάδα. Την επόμενη χρονιά εκπροσώπησε το Εθνικό Θέατρο στο Αρχαίο Θέατρο Συρακουσών, ενώ επαναλήφθηκε και στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σημασία της στο ρεπερτόριο του οργανισμού.

Η παραγωγή σκηνοθετήθηκε από τον Γιώργο Θεοδοσιάδη, σε μετάφραση του Τάσου Ρούσσου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια σχεδίασε ο Σάββας Χαρατσίδης, τη μουσική συνέθεσε ο Βασίλης Τενίδης, τη χορογραφία υπέγραψε η Ντόρα Τσάτσου-Συμεωνίδου, ενώ τη μουσική διδασκαλία είχε η Ολυμπία Κυριακάκη-Λουκίσσα. Στον ρόλο της Εκάβης εμφανίστηκε η Άννα Συνοδινού, πλαισιωμένη από τους Γιάννη Κάσδαγλη (Ποσειδώνα), Μάνια Τεχριτζόγλου (Αθηνά), Κώστα Καστανά (Ταλθύβιο), Μιράντα Ζαφειροπούλου (Κασσάνδρα), Μαρία Σκούντζου (Ανδρομάχη), Μπάμπη Χατζηδάκη (Μενέλαο), Άννυ Πασπάτη (Ελένη), ενώ τον Χορό καθοδηγούσαν οι Έρση Μαλικένζου και Φωτεινή Μανέτα ως Κορυφαίες.

Η σκηνοθετική πρόταση του Γιώργου Θεοδοσιάδη κινήθηκε ανάμεσα στον σεβασμό της θεατρικής παράδοσης και στην ανάγκη να αναδειχθεί η διαχρονική πολιτική διάσταση του έργου. Οι Τρωάδες παρουσιάστηκαν όχι μόνο ως δράμα των γυναικών της ηττημένης Τροίας, αλλά ως καταγγελία της βίας που γεννά κάθε πόλεμος. Η παράσταση απέφυγε τις εντυπωσιακές σκηνικές παρεμβάσεις και επικεντρώθηκε στην καθαρότητα του λόγου, στη δραματική οικονομία και στη συλλογική λειτουργία του Χορού, στοιχεία που χαρακτήριζαν συνολικά τη σκηνοθετική γραφή του Θεοδοσιάδη.

Η μετάφραση του Τάσου Ρούσσου εξυπηρετούσε αυτή την προσέγγιση. Με γλώσσα σαφή και ποιητική, διατηρούσε τη δύναμη του ευριπίδειου λόγου χωρίς να διολισθαίνει σε αρχαϊσμούς. Ο σκηνοθέτης αξιοποίησε τη μετάφραση με έμφαση στις αντιπαραθέσεις των προσώπων, αναδεικνύοντας την ηθική διάσταση των συγκρούσεων και τη βαθμιαία συνειδητοποίηση της ολοκληρωτικής καταστροφής.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Σάββα Χαρατσίδη κινήθηκαν σε λιτές, αφαιρετικές γραμμές. Ο σκηνικός χώρος δεν επιδίωκε να αναπαραστήσει ρεαλιστικά την ερειπωμένη Τροία· αντίθετα, λειτουργούσε ως συμβολικός τόπος της ήττας και της ανθρώπινης εγκατάλειψης. Η αισθητική αυτή ενίσχυε τη διαχρονικότητα του έργου και επέτρεπε στον θεατή να μεταφέρει ευκολότερα τη δράση σε σύγχρονες εμπόλεμες πραγματικότητες. Η μουσική του Βασίλη Τενίδη και η χορογραφία της Ντόρας Τσάτσου-Συμεωνίδου υπηρέτησαν την ίδια λογική, προσδίδοντας τελετουργικό ρυθμό στον Χορό χωρίς να αποσπούν την προσοχή από το κείμενο.

Η παράσταση έτυχε θερμής υποδοχής από σημαντικό μέρος της κριτικής. Ο Γιάννης Βαρβέρης επαίνεσε την ερμηνεία της Άννας Συνοδινού και τη συνοχή της σκηνοθεσίας, επισημαίνοντας ότι η παραγωγή απέφευγε τον εύκολο εντυπωσιασμό και στηριζόταν στη δύναμη του ευριπίδειου λόγου. Άλλοι κριτικοί υπογράμμισαν την ισορροπημένη συνεργασία σκηνοθεσίας, μουσικής και εικαστικής πρότασης, αν και ορισμένοι θεώρησαν ότι η παράσταση διατηρούσε μια συνειδητά συντηρητική αισθητική, χωρίς να επιχειρεί ριζικές ανανεώσεις στη σκηνική ανάγνωση του έργου.

Οι Τρωάδες του 2015: η επιστροφή του Εθνικού Θεάτρου στον αντιπολεμικό πυρήνα του Ευριπίδη

2015-Μαρία-Κίτσου-Ανδρομάχη-Καρυοφυλλιά-Καραμπέτη-Εκάβη-Νίκος-Ψαρράς-Ταλθύβιος

Η παραγωγή των «Τρωάδων» που παρουσίασε το Εθνικό Θέατρο το καλοκαίρι του 2015 αποτέλεσε την τελευταία μέχρι σήμερα συνάντηση του οργανισμού με το έργο του Ευριπίδη. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 3 και 4 Ιουλίου 2015 και ακολούθησε μεγάλη περιοδεία σε σημαντικά φεστιβάλ και αρχαία θέατρα της Ελλάδας, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της με παράσταση στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού στις 23 Σεπτεμβρίου.

Η σκηνοθεσία ήταν του Σωτήρη Χατζάκη, σε μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη. Τα σκηνικά σχεδίασε η Έρση Δρίνη, τα κοστούμια ο Γιάννης Μετζικώφ, τη μουσική συνέθεσε ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, τη χορογραφία υπέγραψε η Κική Μπάκα, ενώ τους φωτισμούς σχεδίασε ο Αντώνης Παναγιωτόπουλος. Τη μουσική διδασκαλία είχε η Μελίνα Παιονίδου. Στον ρόλο της Εκάβης εμφανίστηκε η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, πλαισιωμένη από τους Θέμη Πάνου (Ποσειδώνα), Κωνσταντίνα Τάκαλου (Αθηνά), Νίκο Ψαρρά (Ταλθύβιο), Κόρα Καρβούνη (Κασσάνδρα), Μαρία Κίτσου (Ανδρομάχη), Κρατερό Κατσούλη (Μενέλαο) και Ελένη Ρουσσινού (Ελένη).

Η παράσταση δημιουργήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κοινωνία βρισκόταν αντιμέτωπη με τη βαθιά οικονομική κρίση, ενώ παράλληλα η ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου συγκλονιζόταν από πολεμικές συγκρούσεις και πρωτοφανείς προσφυγικές μετακινήσεις. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, ο Σωτήρης Χατζάκης επέλεξε να αναδείξει τις Τρωάδες πρωτίστως ως έργο για τα θύματα του πολέμου και της βίαιης προσφυγιάς. Χωρίς να μεταφέρει τη δράση σε σύγχρονο χρόνο ή να καταφύγει σε εύκολους συμβολισμούς, υπογράμμισε τη διαχρονική επικαιρότητα της τραγωδίας μέσα από τη δύναμη του ευριπίδειου λόγου και την έντονη παρουσία του Χορού.

Η εικαστική πρόταση της Έρσης Δρίνη και του Γιάννη Μετζικώφ απέδωσε έναν κόσμο ερειπίων και προσφυγιάς χωρίς ιστορικές αναφορές που θα περιόριζαν το έργο σε μία μόνο εποχή. Η μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου, με έντονα λυρικά στοιχεία, συνόδευε διακριτικά τη δράση, ενισχύοντας τη συναισθηματική ατμόσφαιρα χωρίς να λειτουργεί ως αυτόνομος πρωταγωνιστής.

Η κριτική υποδοχή υπήρξε γενικά θετική. Οι περισσότερες κριτικές στάθηκαν στην ερμηνεία της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη, η οποία χαρακτηρίστηκε ως ο βασικός άξονας της παράστασης, καθώς και στη συνοχή της σκηνοθεσίας και στην υψηλή αισθητική ποιότητα της παραγωγής. Παράλληλα, διατυπώθηκαν και επιφυλάξεις από ορισμένους κριτικούς, οι οποίοι θεώρησαν ότι η παράσταση παρέμεινε κοντά στην παράδοση του Εθνικού Θεάτρου και δεν επιδίωξε μια περισσότερο ριζοσπαστική ανάγνωση του έργου. Ωστόσο, υπήρξε ευρεία συμφωνία ότι η δύναμη των ερμηνειών και η καθαρότητα της σκηνοθετικής γραμμής ανέδειξαν με πειστικό τρόπο το διαχρονικό αντιπολεμικό μήνυμα του Ευριπίδη.

Η παράσταση, συνολικά, δεν επιχείρησε να ανατρέψει την παράδοση των μεγάλων επιδαύριων ανεβασμάτων. Αντίθετα, πρότεινε μια ώριμη και ουσιαστική ανάγνωση του έργου, στηριγμένη στην ποιότητα του θιάσου, στη μουσικότητα του λόγου και στην ανάδειξη του ανθρώπινου δράματος.

Οι Τρωάδες του 2026: μια νέα και πολύ ιδιαίτερη σκηνική πρόταση του Εθνικού Θεάτρου

Η παραγωγή των «Τρωάδων» που παρουσιάζει το Εθνικό Θέατρο αυτό το καλοκαίρι στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου αποτελεί τον νεότερο σταθμό στη μακρά σκηνική ιστορία του έργου στο πρώτο κρατικό θέατρο της χώρας. Η νέα ανάγνωση της Ελένης Ευθυμίου επιχειρεί να επανασυστήσει την ευριπίδεια τραγωδία μέσα από μια σύγχρονη, συλλογική και συμπεριληπτική θεατρική πρόταση σε ένα ξεχωριστό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο προσβάσιμο — για πρώτη φορά στην ιστορία του — Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και σε άτομα με αισθητηριακές αναπηρίες. Η παράσταση βασίζεται στη μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη, ενώ η Ελένη Ευθυμίου υπογράφει τη διασκευή και τη σκηνοθεσία, έχοντας ως σύμβουλο δραματουργίας την Σοφία Ευτυχιάδου. Η παράσταση έχει πρεμιέρα στις 31 Ιουλίου και 1 Αυγούστου.


Η διασκευή της Ευθυμίου, αναζητεί τρόπους να φωτίσει τη συλλογική εμπειρία του πένθους, της προσφυγιάς και της επιβίωσης μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και βιωμάτων. Στο επίκεντρο της σκηνοθετικής πρότασης βρίσκεται η έννοια της συλλογικότητας. Οι γυναίκες της Τροίας δεν αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένες τραγικές μορφές αλλά ως κοινότητα ανθρώπων που βιώνει από κοινού την απώλεια της πατρίδας, της οικογένειας και της κοινωνικής της ταυτότητας.

Η προσέγγιση αυτή ανταποκρίνεται στην ίδια τη δραματουργία του Ευριπίδη, όπου ο Χορός λειτουργεί ως συλλογική συνείδηση του έργου. Παράλληλα, η συμμετοχή της ομάδας Εν Δυνάμει και η παρουσία καλλιτεχνικών συνεργατών για την υποστήριξή της καταδεικνύουν ότι η συμπερίληψη δεν αντιμετωπίζεται ως παράλληλη δράση, αλλά ως οργανικό στοιχείο της καλλιτεχνικής σύλληψης..

Η εικαστική ταυτότητα της παράστασης διαμορφώνεται από τη συνεργασία της Ευαγγελίας Κιρκινέ στα σκηνικά και του Άγγελου Μέντη στα κοστούμια, ενώ τη μουσική υπογράφει ο Λευτέρης Βενιάδης. Την κίνηση επιμελείται ο Τάσος Παπαδόπουλος, τους φωτισμούς σχεδιάζει η Ζωή Μολυβδά–Φαμέλη και τον σχεδιασμό ήχου αναλαμβάνει η Σοφία Καμαγιάννη. Τη μουσική διδασκαλία έχει η Μελίνα Παιονίδου, δραματολόγος της παράστασης είναι η Εύα Σαραγά.

Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά γνωρίσματα της παραγωγής, όπως προβάλλεται από το Εθνικό Θέατρο, είναι η καθολική προσβασιμότητα. Η παράσταση σχεδιάζεται ώστε να είναι προσβάσιμη σε θεατές με αισθητηριακές αναπηρίες, γεγονός που συνιστά ουσιαστική διεύρυνση της σχέσης του αρχαίου δράματος με το κοινό του. Η επιλογή αυτή συνδέεται άμεσα με τον γενικότερο προσανατολισμό της παραγωγής προς μια συμπεριληπτική αντίληψη του θεάτρου, όπου η πρόσβαση στην πολιτιστική εμπειρία αντιμετωπίζεται ως θεμελιώδες δικαίωμα.

Η χρηματοδότησή της παράστασης από την ALPHA BANK, επισημάνθηκε με κάθε τρόπο και μέσο, ως δείγμα της κοινωνικής πολιτικής (χωρίς να πείσει βεβαίως κανέναν για αυτό) που ακολουθεί η τράπεζα, την ίδια ώρα που δάνεια ξεπουλιούνται σε αδίστακτα οικονομικά funds. Αυτό, βεβαίως, σηματοδοτεί την κυρίαρχη αντίληψη για τον Πολιτισμό, και βεβαίως για την ανάπτυξη του θεάτρου, με την εισροή χρηματοπιστωτικών και  εφοπλιστικών ομίλων στο δημόσιου (ακόμα θέλουμε να πιστεύουμε) χαρακτήρα του Εθνικού Θεάτρου. Και είναι σημάδι των καιρών, που αξίζει να καταγραφεί για το μέλλον του Θεάτρου.

- Advertisement -spot_img

Σχετικά άρθρα