Ο 22χρονος εξόριστος Θανάσης Βέγγος (δεύτερος από αριστερά) σε μια φωτογραφία ντοκουμέντο από την παράσταση «Ο πειρασμός» του Ξενόπουλου που διοργάνωσε μαζί με άλλους εξόριστους (τρείς από αυτούς είναι ντυμένοι γυναίκες για τις ανάγκες του ρόλου) όπου βρισκόταν στη Μακρόνησο από το 1949.
Εκείνη τη χρονιά τον έστειλαν στη Μακρόνησο για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, εξαιτίας των πολιτικών πεποιθήσεων του πατέρα του, που θεωρούνταν ανεπιθύμητος.
Ο αξέχαστος ηθοποιός υπήρξε ένας από τους νέους που βρέθηκαν εξόριστοι σ’ αυτό το άνυδρο και σκληρό νησί όπου οι συνθήκες εξαθλίωσης, φτώχειας και πείνας δοκίμαζαν καθημερινά τα όρια του ανθρώπου.
Εκεί γνώρισε ανθρώπους που θα καθόριζαν την μετέπειτα καλλιτεχνική του πορεία.
Ανάμεσα τους ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Μάνος Κατράκης, ο ζωγράφος Τάσος Ζωγράφος και ο τότε φοιτητής της Αρχιτεκτονικής, Νίκος Κούνδουρος.

Ο Νίκος Κούνδουρος θυμάται: «Πήγα στην κορυφή ενός βουνού, με την ευλογία της διοίκησης, να στήσω τη σκηνή και τη ζωή μου. Κι εκεί που καθόμουν και χάζευα και κοίταζα πως ν’ αρχίσω, μόνος τελείως μ’ ένα αντίσκηνο πεταμένο χάμου, μ’ ένα σκεπάρνι και με πασσάλους, βλέπω μια σιλουέτα περίεργη, μέσα σε αυτές τις φοβερές χλαίνες που μας δίνανε, τις βρώμικες, ξεσχισμένες. Καταφθάνει κουβαλώντας σανίδια από κιβώτια κι ένα σφυρί. Έφτιαξε κάτι, μια κατασκευή, ένα επίπεδο με σανίδες, και μου λέει ξαφνικά :“Συναγωνιστή” –ευλογημένη λέξη, που τελικά έχει γίνει ρετσινιά. “Συναγωνιστή, θα πεθάνεις” λέει. “Το βράδυ κάνει κρύο. Βάλε την κουβέρτα σου πάνω στα σανίδια”. Λέω :“Εσένα τι σε νοιάζει αν θα πεθάνω εγώ; Κι εσύ θα πεθάνεις. Ούτε γέλασε καν ούτε δεν γέλασε. Πήρε τη διαλυμένη σκηνή κι άρχισε να την στήνει μέσα στους πασσάλους της. Τον χάζευα, σκεφτόμουν πως αυτός ή τρελός είναι ή άγιος, τέλος πάντων, το ίδιο κάνει τρελός και άγιος».
Όταν ο Κούνδουρος αναλαμβάνει μαζί με τον Τάσο Ζωγράφο να κατασκευάσει ένα θέατρο στο νησί του μαρτυρίου, ζητά από τη διοίκηση να του δώσουν “Αυτό τον μισότρελο φαντάρο”. Ξεκινούν μαζί την κατασκευή του με τον Βέγγο να αναλαμβάνει όλες τις δουλειές μέχρι που ανεβαίνει για πρώτη φορά στη σκηνή κερδίζοντας το χειροκρότημα και την πλήρη αποδοχή όλου του τάγματος. Η πρώτη μάχη με το κοινό έχει κερδηθεί και θα τον ακολουθεί πλέον σε όλη τη ζωή του.
Η Μακρόνησος εκείνα τα χρόνια απέκτησε τρία υπαίθρια θέατρα, χτισμένα από τα ίδια τα χέρια των εξόριστων. Με πέτρες που έσπαγαν από το βραχώδες έδαφος, οι κρατούμενοι ύψωσαν σκηνές και κερκίδες για τις παραστάσεις που προορίζονταν για την «ιδεολογική τους αναμόρφωση».
Τα έργα που παρουσιάζονταν ήταν κυρίως ελληνικές κωμωδίες, σκετς, τραγούδια και επιθεωρήσεις ενώ συχνά περιλαμβάνονταν και αποσπάσματα από αρχαίο δράμα.
Ο Θανάσης μαζί με τον Κούνδουρο με τον οποίο ανέπτυξε μια βαθιά και αληθινή φιλία, έσκαψαν, κουβάλησαν πέτρες, έστησαν σκηνή και κατασκεύασαν με τα πιο ταπεινά μέσα ένα μικρό θαύμα.
Όταν οι πρώτες παραστάσεις ξεκίνησαν, εκείνος ανέβηκε στη σκηνή για να κάνει αυτοσχεδιασμούς, να μιμηθεί πρόσωπα, να προκαλέσει το γέλιο μέσα στην πιο δύσκολη εποχή.
Ο Κούνδουρος διέκρινε στο βλέμμα και την κίνηση του την στόφα ενός σπουδαίου ηθοποιού.
Όταν αργότερα, μετά το τέλος της εξορίας, γύριζε την πρώτη του ταινία τη «Μαγική Πόλη» (1954), κράτησε την υπόσχεση που του είχε δώσει στη Μακρόνησο και τον κάλεσε να συμμετάσχει.
Ο ίδιος ο Θανάσης Βέγγος, χρόνια μετά, θα πει: «Θυμάμαι, όταν ήμουν στη Μακρόνησο το ’49, στις παραστάσεις που οργάνωνε ο Νίκος Κούνδουρος, στο θεατράκι που είχαμε στο Δεύτερο Τάγμα. Με έβαζε και έπαιρνα το μικρόφωνο κι έλεγα ό,τι μου κατέβαινε στο μυαλό. Έκανα μιμήσεις, παρωδούσα διαφημίσεις για γυναικείες κρέμες, οτιδήποτε. Γελούσαν οι πάντες. Από πού κι ως πού εγώ αστείος, αναρωτιόμουνα μέσα μου…Εκεί πρωτοείδα θέατρο. Είδα τον Κατράκη και τους άλλους μεγάλους να παίζουν. Ο Κούνδουρος με είχε σταμπάρει και πίστευε ότι θα μπορούσα να παίξω και με έβαλε κι έκανα διάφορα, σαν κλόουν περισσότερο».
Εκεί, στις πέτρες της εξορίας και μέσα από τα αυτοσχέδια θεατράκια της Μακρονήσου, γεννήθηκε ο ηθοποιός που θα γινόταν το σύμβολο της ανθρωπιάς, της ευγένειας και του χιούμορ του νεοέλληνα.
«Εμένα δεν μου έκαναν τίποτα στη Μακρόνησο, μπροστά σε αυτά που έκαναν στους άλλους. Δε μιλάω για τις απειλές, για το ξύλο, για την πείνα, για την ταπείνωση, για τα μαρτύρια, για τους βασανισμούς. Μιλάω για την ντροπή. Για κείνους που δεν άντεξαν. Και να στραφούν ύστερα εναντίον των συντρόφων τους. Αυτό δεν το σηκώνει κανένας. Είναι η χρεωκοπία του ανθρώπου. Κι αυτουνού που το συλλαμβάνει στο αρρωστημένο μυαλό του και του αλλουνού που αναγκάζεται να το δεχτεί. Ο μεσαίωνας δεν το τόλμησε. Και το τόλμησαν αυτοί».
Πηγές: Φρόσω Μπότζη, συνεντεύξεις Νίκου Κούνδουρου, Θανάση Βέγγου