Κριτική | «Κόκκινο» από το Γιώργο Κιμούλη: της τέχνης και της ζωής. Ο Rothko-Κιμούλης είναι ένας άνθρωπος που καταλαμβάνει τον χώρο με τον λόγο και την παρουσία του, επιδιώκοντας να ελέγχει όχι μόνο τη διαδικασία της δημιουργίας, αλλά και τη σκέψη του συνομιλητή του. Παρατηρείστε τον τρόπο με τον οποίο ο Κιμούλης, παρατηρεί ή δεν παρατηρεί τον σκηνικό παρτενέρ του όταν μιλάει. Θα εκπλαγείτε με την ευγλωττία του σιωπηλού σνομπισμού του ήρωά του. Παρατηρείστε τον τρόπο που αδιάλειπτα καπνίζει. Θα εκπλαγείτε με τη ρεαλιστική έκφραση της αδυναμίας του.

«…η τέχνη δεν είναι η Χώρα των Λωτοφάγων: υπενθύμιση είναι…»
Πόσο μπορεί να αντέξει ένας καλλιτέχνης τη συνύπαρξη της δημιουργικής ελευθερίας με τους μηχανισμούς της αγοράς; Και πότε η αναζήτηση της καλλιτεχνικής αυθεντικότητας μετατρέπεται σε μια μορφή αδιαλλαξίας, που απομονώνει τον δημιουργό από τον κόσμο και τους ανθρώπους γύρω του;
Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει το «Κόκκινο» του Τζον Λόγκαν, ένα έργο, που μέσα από τη συνάντηση του ζωγράφου Mark Rothko με τον νεαρό βοηθό του Ken, μετατρέπει το εργαστήριο ενός καλλιτέχνη σε πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης και ψυχολογικής αναμέτρησης πάνω στην φύση της τέχνης. Στη σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη, με τον ίδιο στον ρόλο του Rothko, τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο ως Ken και τη σκηνογραφική επιμέλεια του Μανόλη Παντελιδάκη, η παράσταση γίνεται μια αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο γενιές, δύο αντιλήψεις για τη δημιουργία και δύο διαφορετικές στάσεις απέναντι στη ζωή.
Πριν από την αυτοκτονία του το 1970, ο Rothko ήταν γνωστός στους μυημένους —αν όχι στο ευρύ κοινό— για τις τεράστιες, ορθογώνιες επιφάνειες χρωματικών στρώσεων που δημιουργούσε. Η δράση του έργου τοποθετείται στη Νέα Υόρκη, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν ο Rothko, πλέον σημαντικός αυτός εκπρόσωπος του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, αναλαμβάνει μια μεγάλη παραγγελία: τη δημιουργία έργων για το εστιατόριο Four Seasons, στέκι της μεγαλοαστικής τάξης. Η συνεργασία αυτή αποτελεί τον δραματουργικό πυρήνα του έργου, καθώς φέρνει τον ζωγράφο αντιμέτωπο με ένα θεμελιώδες δίλημμα. Μπορεί η τέχνη να διατηρήσει την ακεραιότητά της όταν εντάσσεται σε έναν χώρο πολυτέλειας, κοινωνικής επίδειξης και κατανάλωσης; Ή μήπως η αποδοχή της εμπορικής επιτυχίας συνεπάγεται αναγκαστικά έναν συμβιβασμό των αρχών του δημιουργού; Πως αναπνέει ο δημιουργός και η τέχνη του σε συνθήκες καπιταλισμού, όπου το καλλιτεχνικό αγαθό μετατρέπεται σε εμπόρευμα «για να γίνει αμέσως ένα τίποτα» (για να δανειστούμε και τη φράση του Λόγκαν).
Ο Rothko δεν αντιμετωπίζει την τέχνη ως διακοσμητικό αντικείμενο, αλλά ως μια βαθιά υπαρξιακή εμπειρία, που απαιτεί από τον θεατή χρόνο, συγκέντρωση και συναισθηματική διαθεσιμότητα. Για εκείνον, ο πίνακας δεν είναι απλώς χρώμα πάνω σε καμβά· είναι μια απόπειρα προσέγγισης των θεμελιωδών ανθρώπινων συναισθημάτων, του φόβου, της οδύνης, της αγωνίας και της ανάγκης για υπέρβαση. Η αντίθεσή του προς την εμπορευματοποίηση της δημιουργίας, ωστόσο, αποκτά μια ειρωνική διάσταση: ο ίδιος έχει δεχθεί αυτήν την ιδιαίτερα επικερδή παραγγελία, την οποία σταδιακά δυσκολεύεται να δικαιολογήσει απέναντι στη συνείδησή του. Αυτή η αντίφασή της προσωπικότητάς του είναι αναμφισβήτητα και η κατάδειξη της αυτοπαγίδευσής του στον φόβο ότι η «εποχή του» έχει αρχίσει να παρέρχεται.
Επιθετικός, αλαζόνας, είρων και χλευαστής: όλη η συμπεριφορά του αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που επιχειρεί να υπερασπιστεί την αξία του, ενώ ταυτόχρονα αισθάνεται να απειλείται από τις νέες καλλιτεχνικές τάσεις. Η ήδη αναδυόμενη ποπ αρτ που γίνεται μόδα στην εποχή αυτή, με την έμφαση και την επιμονή στις εικόνες της μαζικής κουλτούρας, αμφισβητεί την κυριαρχία της δικής του γενιάς. Έτσι, η συζήτηση για την τέχνη γίνεται και μια συζήτηση για τον χρόνο, τη φθορά και την αναπόφευκτη διαδοχή των γενεών.
Απέναντί του βρίσκεται ο Ken, ο νεαρός βοηθός που αρχικά φαίνεται να αποδέχεται τον ρόλο του μαθητευόμενου. Σταδιακά, όμως, η σχέση τους μεταβάλλεται. Ο Ken δεν περιορίζεται στην εκτέλεση των οδηγιών του δασκάλου του, αλλά αποκτά τη δική του φωνή και το θάρρος να αμφισβητήσει τις απόψεις του. Η αντιπαράθεσή τους δεν αφορά μόνο την αισθητική, αλλά και την ηθική συνέπεια του καλλιτέχνη, καθώς και το δικαίωμά του να επιβάλλει στους άλλους τη δική του αντίληψη για τον κόσμο. Ο Ken γίνεται στα μάτια του Rothko το σύμβολο της νεότητας, και η πικρή διαπίστωση γι’ αυτόν ότι η τέχνη δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο μιας γενιάς. Η παρουσία του λειτουργεί ως καθρέφτης για τον ανατρεπτικό ζωγράφο: μέσα από την αμφισβήτηση του νεαρού, ο ζωγράφος αναγκάζεται να αντιμετωπίσει τις δικές του αντιφάσεις. Η μαθητεία του Ken παύει να είναι μονοσήμαντη αλλά αποδεικνύεται αμφίδρομη. Ο Rothko μεταδίδει στον Ken γνώσεις και εμπειρίες, αλλά και ο ίδιος δοκιμάζεται από την οπτική του νεότερου συνομιλητή του.

Πυκνοί στοχασμοί, φιλοσοφική φόρτιση, κοφτοί, ζωντανοί διάλογοι —με φόντο το «λουτρό αίματος» από κόκκινο χρώμα που καλύπτει τη σκηνή, είναι τα χαρακτηριστικά ενός κειμένου, που η αλήθεια είναι πως χρήζει μιας ιδιαίτερης σκηνοθετικής μεταχείρισης για να μην υποχωρήσει η θεατρική πράξη προς όφελος μιας άχρηστης διανοητικής αντιπαράθεσης. Και στο Θέατρο Μουσούρη, η μετάφραση και η σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη, εξασφάλισε ρυθμικές εναλλαγές, σιωπές και στιγμές σωματικής δράσης, δίνοντας τη δυνατότητα στα φορτωμένα θεωρητικά σχήματα του έργου να αποκτήσουν θεατρική υπόσταση, βάζοντας έτσι τροχοπέδη στη διολίσθηση της παράστασης σε μια ατέρμονη, ρητορική τοποθέτηση και θεωρητική συζήτηση.
Γινόμαστε μάρτυρες συναρπαστικών στιγμών όπως εκείνη της έντονης συζήτησης των ηρώων σχετικά με τις σημασίες του «κόκκινου» ή όπως η στιγμή που οι δυο τους συνεργάζονται για να προετοιμάσουν έναν καμβά –σε χρόνο ρεκόρ– βουτώντας τα πινέλα σε έναν κουβά με μπογιά στο χρώμα του αίματος υπό τους ήχους κλασικής μουσικής.

Η σπουδαιότητα του Γιώργου Κιμούλη στο ελληνικό θέατρο δεν έχει να κάνει με την υποκριτική του ικανότητα (αδιαμφισβήτητο στοιχείο του) να εναρμονίζεται με τον κάθε ρόλο, αλλά κυρίως με τη σκηνική ευφυΐα του, να πράττει το ανάποδο: ο ρόλος να συναντά την προσωπικότητα Κιμούλη. Μια ιδιότητα που αποτελεί, θα τολμήσω να το καταγράψω, εξαιρετική αποκλειστικότητα στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα. Και η παράσταση «Κόκκινο», αποτελεί τρανή απόδειξη. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Γιώργος Κιμούλης καλείται να αποδώσει έναν χαρακτήρα απαιτητικό, με έντονες μεταπτώσεις και διαρκή εσωτερική ένταση. Ο Rothko-Κιμούλης είναι ένας άνθρωπος που καταλαμβάνει τον χώρο με τον λόγο και την παρουσία του, επιδιώκοντας να ελέγχει όχι μόνο τη διαδικασία της δημιουργίας, αλλά και τη σκέψη του συνομιλητή του. Παρατηρείστε τον τρόπο με τον οποίο ο Κιμούλης, παρατηρεί ή δεν παρατηρεί τον σκηνικό παρτενέρ του όταν μιλάει. Θα εκπλαγείτε με την ευγλωττία του σιωπηλού σνομπισμού του ήρωά του. Παρατηρείστε τον τρόπο που αδιάλειπτα καπνίζει. Θα εκπλαγείτε με τη ρεαλιστική έκφραση της αδυναμίας του. Η ερμηνευτική πρόκληση βρίσκεται στην ισορροπία ανάμεσα στην επιθετικότητα και την ευαλωτότητα: πίσω από τις οργισμένες διακηρύξεις πρέπει να διακρίνεται ο φόβος ενός δημιουργού που αισθάνεται ότι απειλείται τόσο η καλλιτεχνική του ταυτότητα όσο και η θέση του στην ιστορία της τέχνης. Η σκηνοθετική και ερμηνευτική προσέγγιση του Κιμούλη, αναδεικνύει ακριβώς αυτό το τεντωμένο σχοινί που ισορροπεί ο καλλιτέχνης, δεν μένει απλά στο προφανές μεγαλείο του, αλλά δοκιμάζει θαρρείς ο ίδιος τα όρια μιας προσωπικότητας που δυσκολεύεται να αποδεχθεί την αμφισβήτηση. Και αυτό, είναι που κάνει την ερμηνεία του σπουδαία.

Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος, ως Ken, αναλαμβάνει τον εξίσου ουσιαστικό ρόλο του αντίβαρου. Στέκεται ισότιμα απέναντι στο θηρίο Κιμούλη, και οδηγεί τον ήρωά του από την επιφύλαξη στην αυτοπεποίθηση και από την τυφλή υπακοή στην κριτική αμφισβήτηση. Αν και θα πρέπει να προσέξει ιδιαίτερα τον υπερτονισμό των καταλήξεων των λέξεων (ιδιαίτερα στις στιγμές σκηνικής έντασης), ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος, συνολικά, αποδεικνύει μια υποκριτική ωρίμανση και εξέλιξη και αυτό είναι από μόνο του πολύ σημαντικό. Η αντιπαράθεση των δύο ηθοποιών, η οποία αποτελεί και τον βασικό μηχανισμό της δραματικής εξέλιξης μετατρέπεται σε ένα συναρπαστικό υποκριτικό κρεσέντο.
Η σκηνογραφική επιμέλεια του Μανόλη Παντελιδάκη είναι καθοριστική για την παράσταση. Το ατελιέ του Rothko δεν λειτουργεί ως ένα απλό ρεαλιστικό φόντο, αλλά ως προέκταση του ψυχισμού του ζωγράφου. Οι καμβάδες, τα υλικά και τα εργαλεία της δουλειάς συγκροτούν το περιβάλλον μέσα στο οποίο η σκέψη μετατρέπεται σε χρώμα και σχήμα. Μια παρουσία ενός πίνακα σε κόκκινο και μαύρο και ένα πικάπ που διατρέχουν ολόκληρη την παράσταση τόσο σε φυσικό όσο και σε θεματικό επίπεδο καθώς και τα ξεβαμμένα χρώματα της σκηνογραφίας υποστηρίζουν αυτή τη διπλή λειτουργία του χώρου: από τη μία, να αποδοθεί η υλικότητα της καλλιτεχνικής εργασίας· από την άλλη, να δημιουργηθεί η αίσθηση ενός κλειστού θαμπού κόσμου, όπου η ένταση ανάμεσα στους δύο άνδρες συσσωρεύεται μέχρι την αναπόφευκτη ρήξη.
Τα χαμηλά φώτα της Στέλλας Κάλτσου και τα λερωμένα από μπογιές κοστούμια τηςΣοφίας Νικολαΐδη δημιουργούν την κατάλληλη ατμόσφαιρα ανάμεσα στα σκοτάδια του καλλιτέχνη και τη φωτεινότητα του βοηθού του.
Και βεβαίως, αξίζει να σταθούμε στην ιδιαίτερη σημασία που αποκτά το κόκκινο, όχι πλέον ως χρωματικό στοιχείο, αλλά και ως ταυτόχρονο σύμβολο πάθους, οργής, δημιουργικής ενέργειας, αμείλικτης απαισιοδοξίας και συνάμα επιμονής στη ζωή και τη χαρά. Αυτό το χρώμα που άλλοτε φλέγεται και άλλοτε σκοτεινιάζει, γίνεται η μεταφορά μιας δημιουργίας που χρωματίζει το μαύρο και το άσπρο του ανθρώπου. Την ίδια του τη ζωή.
Η παράσταση παίζεται στο Θέατρο Μουσούρη κάθε Τετάρτη στις 19:00, Πέμπτη στις 20:00, Παρασκευή στις 21:00 Σάββατο στις 18:00 και 21:00, Κυριακή στις 19:00. Εισιτήρια μπορείτε να προμηθευτείτε ΕΔΩ
Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιμούλης
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Σοφία Νικολαΐδη
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός σκηνοθέτης: Μαίρη Ανδρέου
Creative Agency: GridFox
Παραγωγή: Θεατρικές επιχειρήσεις Κάρολου Παυλάκη
Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Νατάσα Παππά
Πρωταγωνιστούν:
Γιώργος Κιμούλης
Δημήτρης Γκοτσόπουλος


