Κριτική | «Το θαύμα» από την Νικολέτα Φιλόσογλου: η ανθρωπιά ως κατάκτηση

Κριτική| «Το θαύμα» από την Νικολέτα Φιλόσογλου: η ανθρωπιά ως κατάκτηση. Ο κοινωνικός προβληματισμός έρχεται με την κορύφωση και με το «θαύμα» της ανάστασης. Το αδύνατο εισέρχεται στη σκηνική πραγματικότητα, αλλά δεν επιφέρει την αναμενόμενη λύτρωση. Αντίθετα, πολλαπλασιάζει το παράλογο. Οι δύο ήρωες έχουν φτάσει πλέον σε ένα σημείο όπου ακόμη και η ανάσταση αντιμετωπίζεται ως ένα νέο πρακτικό πρόβλημα. Η μεταφυσική διάσταση, επομένως, δεν λειτουργεί ως φυγή από την πραγματικότητα, αλλά ως ένας τρόπος να αποκαλυφθεί η βαθύτερη λογική της. Το «θαύμα» δεν έρχεται να αποκαταστήσει την τάξη. Αντίθετα, καταδεικνύει την αδυναμία των δύο ηρώων να συνεχίσουν να λειτουργούν αποκλειστικά με τους όρους της πρακτικής και απάνθρωπης λογικής.

Σκοτεινό παραμύθι, θέατρο του παραλόγου, μαύρο χιούμορ και μια βαθιά πολιτική και ανθρωπιστική αγωνία. Το «Θαύμα» του Giuseppe Massa συγκροτείται στο μεταίχμιο αυτών των συγγενών ή ετερόκλητων διαφορετικών αισθητικών και ιδεολογικών πεδίων.

Το «Θαύμα» δεν οργανώνεται γύρω από μια γραμμική αφήγηση, αλλά γύρω από μια αδιέξοδη κατάσταση: δύο αδέλφια, νεκροθάφτες στο επάγγελμα, αναλαμβάνουν την ταφή ενός άγνωστου νεκρού μετανάστη, για να διαπιστώσουν ότι το νεκροταφείο δεν διαθέτει διαθέσιμο χώρο. Οι δύο τελευταίες θέσεις, μάλιστα, έχουν ήδη προβλεφθεί για τους ίδιους. Από το σημείο αυτό και έπειτα, η δραματουργική δράση συνίσταται στην αδιάκοπη παραγωγή και ακύρωση πιθανών λύσεων. Γραμμένο το 2016, σε μια περίοδο κατά την οποία η μεταναστευτική κρίση στη Μεσόγειο είχε αποκτήσει δραματικές διαστάσεις, το έργο μετασχηματίζει ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό γεγονός σε μια σκηνική παραβολή.

Η Νικολέτα Φιλόσογλου, στο πλαίσιο της παραγωγής του ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, έχει στα χέρια της μια δραματουργία η οποία δεν στηρίζεται στην ανάπτυξη μιας συμβατικής πλοκής, αλλά στην παρατεταμένη παραμονή των προσώπων σε μια συνθήκη αδιεξόδου. Ένα αδιέξοδο το οποίο αποτελεί τη βασική δομική του έργου και όχι απλά το θεματικό περιεχόμενό του.

Η μπεκετική αύρα αποτελεί τον κυρίαρχο πυρήνα της δραματουργίας του Massa. Ο δραματικός χρόνος δεν λειτουργεί πρωτίστως ως χρόνος εξέλιξης, αλλά ως χρόνος ανακύκλωσης. Οι χαρακτήρες κινούνται, μιλούν, επιχειρηματολογούν και επινοούν λύσεις, χωρίς να κατορθώνουν να μεταβάλουν ουσιαστικά την αρχική τους κατάσταση. Η επανάληψη και η ματαιότητα αποκτούν έτσι δομική λειτουργία. Η σημειολογική αυτή οργάνωση μετατρέπει την ακινησία σε δράση: οι ήρωες είναι διαρκώς απασχολημένοι, αλλά ουσιαστικά παραμένουν εγκλωβισμένοι στο ίδιο σημείo. Το αδιέξοδο, που παράγεται από τη σχέση των δύο χαρακτήρων αποτελεί τη μόνη λύση του έργου, χωρίς να διοχετεύεται καμία λύση.

Και αυτή η μπεκετική διάσταση, έγινε το όπλο της σκηνοθετικής γραμμής. Μέσα σε μια λιτή σκηνική αποτύπωση, ένα φέρετρο και ένα στολισμένο ποδήλατο μόνο, η Φιλόσογλου ξετυλίγει σταδιακά την περγαμηνή των δύο χαρακτήρων. Η σκηνή, δεν λειτουργεί ως ρεαλιστική αναπαράσταση ενός συγκεκριμένου τόπου, αλλά ως σημειολογικός τόπος. Οι χαρακτήρες δεν λειτουργούν ως δύο ανεξάρτητα παράλληλες μονάδες, αλλά ως ένα δυαδικό σκηνικό σύστημα. Η παρουσία του ενός προϋποθέτει την παρουσία του άλλου. Ο Bernardo και ο Antonio συγκροτούν μια σχέση διαρκούς δράσης και αντίδρασης, στην οποία η σκηνική ενέργεια παράγεται από την αντίθεση, τη συμπλήρωση και την αλληλεξάρτησή τους. Μια σχέση που ορίζεται κατεξοχήν ως σχέση παρτενέρ. Ο Bernardo προτείνει και ο Antonio αναιρεί· ο ένας επιχειρεί να οργανώσει μια λύση και ο άλλος την αποδομεί. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται και παράγει τον βασικό ρυθμικό μηχανισμό της παράστασης.

Οι ερμηνείες των Παναγιώτη Παναγόπουλου και Θανάση Δήμου δεν μπορούν, συνεπώς, να αποτιμηθούν μόνο με όρους ατομικής υποκριτικής ποιότητας. Η ουσιαστική τους συμβολή εντοπίζεται στη διαπροσωπική σκηνική σχέση και, κυρίως, στον υψηλό βαθμό ετοιμότητας, ακρίβειας και αλληλοαπόκρισης τους. Η αντίδραση του ενός αποτελεί το ερέθισμα για τη δράση του άλλου. Η παύση, η διακοπή, η επανάληψη, η αλλαγή ρυθμού, η μετατόπιση στο χώρο και η σωματική αντιπαράθεση λειτουργούν ως στοιχεία μιας κοινής παρτιτούρας. Υπό αυτή την έννοια, η υποκριτική τους συγκροτεί μια υποδειγματική μορφή σκηνικού διαλόγου που υπερβαίνει το λεκτικό επίπεδο. Κινούνται μέσα στον χώρο, κουβαλούν το φέρετρο, σταματούν, ξεκουράζονται, αντιπαρατίθενται και, τελικά, εξαντλούνται μέσα από ένα μακάβριο «χορό» μέσα σε μια βαθιά σημειολογική διαδικασία: με το σώμα τους να βρίσκεται διαρκώς σε σχέση με ένα τρίτο σώμα: το φέρετρο, που σταδιακά χάνει την ιδιότητα του σκηνικού αντικειμένου και λειτουργεί πια ως ο τρίτος παρτενέρ της παράστασης.

Σταδιακά το έργο μετατοπίζεται προς μια ευρύτερη υπαρξιακή, αρχικά,  για να καταλήξει δαιμονικά σε κοινωνική προβληματική. Το ερώτημα «τι κάνουμε με τον νεκρό;» μετατρέπεται στο ερώτημα «τι σημαίνει θάνατος;» και, τελικά, «τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος;». Η αναφορά των χαρακτήρων στη μετατροπή των οστών σε σκόνη, χώμα, πηλό, λάσπη και, τελικά, κεραμικό αντικείμενο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης. Η σκέψη για τον θάνατο αποκτά ταυτόχρονα ποιητική και κωμική διάσταση, υπονομεύοντας τη σοβαροφάνεια της μεταφυσικής αναζήτησης, χωρίς να την ακυρώνει.

Ο κοινωνικός προβληματισμός έρχεται με την κορύφωση και με το «θαύμα» της ανάστασης. Το αδύνατο εισέρχεται στη σκηνική πραγματικότητα, αλλά δεν επιφέρει την αναμενόμενη λύτρωση. Αντίθετα, πολλαπλασιάζει το παράλογο. Οι δύο ήρωες έχουν φτάσει πλέον σε ένα σημείο όπου ακόμη και η ανάσταση αντιμετωπίζεται ως ένα νέο πρακτικό πρόβλημα. Η μεταφυσική διάσταση, επομένως, δεν λειτουργεί ως φυγή από την πραγματικότητα, αλλά ως ένας τρόπος να αποκαλυφθεί η βαθύτερη λογική της. Το «θαύμα» δεν έρχεται να αποκαταστήσει την τάξη. Αντίθετα, καταδεικνύει την αδυναμία των δύο ηρώων να συνεχίσουν να λειτουργούν αποκλειστικά με τους όρους της πρακτικής και απάνθρωπης λογικής.

Το πραγματικό θαύμα δεν είναι η ανάσταση. Είναι η μετατόπιση των δύο ανθρώπων. Η αδυναμία τους να «τακτοποιήσουν» τον νεκρό γίνεται αδυναμία να εξακολουθήσουν να τον αντιμετωπίζουν ως αντικείμενο που πρέπει να εξαφανιστεί. Ο Άλλος, ο ξένος, ο μαύρος, αποκτά πρόσωπο, έστω και αν αυτό δεν παρουσιάζεται με τον συμβατικό τρόπο και αυτή η παράξενη συναναστροφή μαζί του, επιστρέφει τους ήρωες στην ίδια τους την ανθρώπινη φύση. Είναι το «θαύμα» της αναγνώρισης της ανθρώπινης ύπαρξης.

Και εδώ βρίσκεται και η βαθιά ουσία του έργου: η ιδιότητα να είσαι άνθρωπος δεν είναι ένα δεδομένο χαρακτηριστικό, αλλά μια κατάκτηση. Και είναι αυτό ακριβώς το κομβικό σημείο που το γκροτέσκο,το παραμύθι, το παράλογο, η μαύρη κωμωδία, το υπαρξιακό δράμα συγκλίνουν στο πολιτικό θέατρο. Σε αυτό ακριβώς το σημείο το κοινωνικό συναντά το υπαρξιακό και το πολιτικό μετατρέπεται σε βαθιά ανθρωπιστικό θέατρο.

Η παράσταση παίτηκε σε περιοδεία σε σταθμούς στην Ελλάδα και για δυο παραστάσεις στην Αθήνα στις 7 και 8 Σεπτεμβρίου στη ΣΤΟΑ Culture.

Κείμενο: Giuseppe Massa
Μετάφραση: Βιολέτα Ζεύκη
Σκηνοθεσία – Σκηνική σύλληψη: Νικολέτα Φιλόσογλου
Δραματουργική επεξεργασία: Νικολέτα Φιλόσογλου
Ενδυματολογία: Φίλιππος Τσιτσόπουλος
Σχεδιασμός & εικαστική επιμέλεια ποδηλάτου: Chris Capten, Κυριακή Φιλόσογλου
Σχεδιασμός φωτισμών: Στέλλα Κάλτσου
Μουσική επιμέλεια: Νικολέτα Φιλόσογλου
Μουσική σύνθεση – Σχεδιασμός ήχου: Άρης Κοντοάγγελος
Επιμέλεια κίνησης: Ελένη Καστανιώτη
Βοηθοί σκηνοθέτη: Ελένη Καστανιώτη, Νικόλας Λαμπάκης
Βίντεο teaser: Στέλιος Σγουράκης, Φίλιππος Τσιτσόπουλος
Βίντεο μοντάζ: Γιάννης Γαλιάτσος
Φωτογραφίες promo: Φίλιππος Τσιτσόπουλος
Οπτική ταυτότητα: Τάσος Θωμόγλου
Παίζουν Θανάσης Δήμου, Παναγιώτης Παναγόπουλος

- Advertisement -spot_img

Σχετικά άρθρα