Κριτική | «Τρωάδες» από την Ελένη Ευθυμίου: ένα μανιφέστο για τον θρήνο, το πένθος και την εξέγερση

Κριτική | «Τρωάδες» από την Ελένη Ευθυμίου: ένα μανιφέστο για τον θρήνο, το πένθος και την εξέγερση. Μια παράσταση γεμάτη ένταση, ρυθμό, έρευνα και προβληματισμό. Που «σκάλισε» ιδεολογικά, ίσως και ενοχλητικά τα σύγχρονα αστικά αφηγήματα για την παράδοση του αρχαίου δράματος, και που όμως, παρόλες τις διατυπωμένες ενστάσεις μας, ανταποκρίθηκε και ρίσκαρε να απαντήσει στο «φλέγον» ερώτημα, πως «διαβάζονται» σήμερα οι αρχαίες τραγωδίες...

Ο Patrice Pavis στο περίφημο θεατρικό λεξικό του σημειώνει πως «διασκευάζω σημαίνει ξαναγράφω ολόκληρο το κείμενο, θεωρώντας το ως απλό υλικό», υπογραμμίζοντας ότι σε μια διασκευή επιτρέπονται όλες οι πιθανές επεμβάσεις στο κείμενο: περικοπές, αναδιοργάνωση της αφήγησης, υφολογικές «βελτιώσεις», δραματική συμπύκνωση ή επέκταση, προσθήκες άλλων κειμένων, ακόμα και τροποποίηση του τέλους ή ακόμα και του ίδιου του μύθου (ειδικά σε περίπτωση αρχαίου δράματος), ανάλογα με το σκηνοθετικό λόγο και το όραμα.

Η περίπτωση της διασκευής των «Τρωάδων» του Ευριπίδη από την Ελένη Ευθυμίου με σύμβουλο δραματουργίας την Σοφία Ευτυχιάδου και την Εύα Σαραγά δραματολόγο της παράστασης, για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, επένδυσε σημαντικά σε αυτήν την ανατροπή του μυθολογικού και δραματικού υλικού του Ευριπίδη. Και για να προλάβω, όλους όσοι κραυγάζουν για «σεβασμό στο κείμενο», ξεκαθαρίζω πως θεωρώ αυτονόητο, σε κλασικά έργα αυτού του μεγέθους, πως οι διασκευές και η ματιά του εκάστοτε σκηνοθέτη πρέπει να μας αφορούν περισσότερο και πως τα ίδια αποτελούν από γενέσεως, μέγα πεδίο έρευνας μιας και δεν αποτελούν νεκρά σώματα, αλλά ζώντες οργανισμοί που αναπνέουν ανά τους αιώνες. Το έργο, το κείμενο, το ξέρουμε, το γνωρίζουμε, το διαβάζουμε. Θέατρο όμως, δεν είναι η ανάγνωσή του από σκηνής, αλλά η τοποθέτηση και η ματιά του σκηνοθέτη πάνω σε αυτό. Εκείνο, που εντέλει υπόκειται σε συζήτηση, είναι οι προθέσεις, ο τρόπος και τα εργαλεία της κάθε διασκευής. Και βεβαίως η πραγμάτωση των σκοπών της.

Αν ο Σαρτρ βρήκε πεδίο στις «Τρωάδες» του (1964) να μιλήσει για τη γαλλική αποικιοκρατία της εποχής του με αφορμή τον πόλεμο στην Αλγερία (1954-1962), η Ελένη Ευθυμίου ανακαλύπτει το κλειδί της παράστασης στη διαχρονία της θηριωδίας και κυρίως στην ίδια την ιστορική ρίζα του έργου, το οποίο διατυπώνεται στα τρία πλέον θεματικά και ερμηνευτικά του επίπεδα: Όταν έγραφε την τριλογία του ο Ευριπίδης το 416 πΧ («Αλέξανδρος», «Παλαμήδης», «Τρωάδες»), εμπνευσμένη από τον τρωικό κύκλο, οι Αθηναίοι είχαν εισβάλει με απάνθρωπη βιαιότητα στη Μήλο, είχαν σκοτώσει όλους τους ενήλικους άνδρες και είχαν πουλήσει για δούλους τις γυναίκες και τα παιδιά. Το μυθολογικό υλικό της Τροίας, έχει πλέον αποκτήσει φρικιαστική σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια του. Στα χρόνια της Ελένης Ευθυμίου, με τον ίδιο ακριβώς ζήλο των Αχαιών και των Αθηναίων, οι Ισραηλίτες με τους συμμάχους τους Αμερικάνους έχουν εισβάλει σε Γάζα και Παλαιστίνη, εκκαθαρίζοντας γυναικόπαιδα, αφού πρώτα μοιράσουν συσσίτια στο θνήσκον από ασιτία πλήθος. Είναι απολύτως θεμιτή η αναγωγή της πλέον αντιπολεμικής αυτής τραγωδίας στην εποχή μας, μιας και προσφέρει απλόχερα τον καμβά για την ύφανση ενός διαχρονικού «κατηγορώ» όλων των ιμπεριαλιστικών πολέμων. «Οι εχθροί σκοτώνουν μικρά παιδιά, για να αρπάξουν ό,τι δεν τους ανήκει» θα αναφωνήσει η Εκάβη της Ευθυμίου, σε μια διαχρονική επωδό.

Παράλληλα, δίνεται η ευκαιρία, μέσα από αυτό το πράγματι πρόσφορο υλικό να μιλήσει και για πολλά παράπλευρα θέματα: η θέση της γυναίκας, η αυτοδιάθεση του σώματος, οι πατριαρχικές αντιλήψεις, εξυφαίνονται παράλληλα με την προσφυγιά, το τίμημα που πληρώνουν τα παιδιά, την απώλεια, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα όρια της ελευθερίας. Για όλα αυτά μίλησε η Ελένη Ευθυμίου εστιάζοντας στο μεγαλείο των γυναικών ως σύμβολα πια και προβάλλοντας το πείσμα της Ανθρωπιάς να παραμένει όρθια και μετά την καταστροφή.

Και μιλάει για όλα αυτά, παίρνοντας τις αποστάσεις της από το ελεγειακό ύφος, με ρεαλιστικές προθέσεις και έχοντας στη διάθεσή της ένα πολυποίκιλο έμψυχο υλικό, τη συμπεριληπτική αρωγή ανθρώπων με σωματικές αναπηρίες, όπου μαζί με τους επαγγελματίες ηθοποιούς ενίσχυσαν σημαντικά τη δυναμική της παράστασης, καθιστώντας την πρωτοποριακή κατάθεση ενός θεάτρου ισότιμου, ανοιχτού, και ουσιαστικά δημιουργικού, ενός θεάτρου που δίνει ίσες ευκαιρίες στη συμμετοχή στην Τέχνη. Και το σημαντικότερο, η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου απέκτησε ιστορική θέση στην Επιδαύρεια παραστασιογραφία, μιας και παρά τις φυσικές αντιξοότητες, τις πυρκαγιές και την υποχρεωτική αναβολή της πρεμιέρας κατέστη η πρώτη ανοιχτά προσβάσιμη παράσταση στο Αργολικό Θέατρο σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες.

Επιστρέφοντας, στα δομικά συστατικά της παράστασης, θα πρέπει να ασπαστούμε την (σε πρώτο επίπεδο «αφοριστική») άποψη της Ann Suter πως «οι Τρωάδες είναι ένας θρήνος και ο θρήνος είναι κατεξοχήν γυναικείο είδος» («Ο θρήνος στις Τρωάδες του Ευριπίδη», 2003). Η Ελένη Ευθυμίου, προχωρά ένα βήμα παραπέρα. Ο θρήνος στην παράστασή της γίνεται όχημα του δημόσιου λόγου. Και το πένθος μετατρέπεται σε φορέα αντίστασης και εξέγερσης. Επίσης, το όλο εγχείρημα ενδυναμώνει πραγματώνοντας τον ορθολογισμό του Ευριπίδη, με τρόπο απροκάλυπτο και χωρίς υπαινιγμούς. Αν ο ποιητής, αμφιβάλει για τους Θεούς δημιουργώντας ένα πέπλο σκεπτικισμού γύρω από την παρουσία και τη δράση τους, η Ελένη Ευθυμίου τους απορρίπτει καταφανώς: «Υπάρχει Δίας ή φυσικός νόμος;» θα αναρωτηθεί η Εκάβη, ερώτημα που απευθύνεται περισσότερο ρητορικά παρά υπαρξιακά. Ο Ποσειδώνας και η Αθηνά, ένα ειρωνικό εύρημα του ποιητή καταργείται εντελώς. Και ακυρώνεται κατάφωρα η ειμαρμένη και το αναπόφευκτο της μοίρας.

Και τι απομένει; Δημιουργούνται δραματουργικές λύσεις άλλοτε εύστοχες και άλλοτε ατυχείς. Λύσεις που ναι μεν υπηρετούν την τοποθέτηση και τις προθέσεις της σκηνοθέτριας, αλλά μάλλον πάρθηκαν σχετικά αβασάνιστα και επιπόλαια και τελικά λειτουργούν σε βάρος του οικοδομήματος της παράστασης. Η κατάργηση των Θεών του προλόγου οδήγησε στο εφεύρημα των «Παιδιών του Λοξία» (κολλέγιο; είδος κατηχητικού σχολείου; ίδρυμα;) εν είδει μέρους του Χορού (το υπόλοιπο μέρος αποτελούν αιχμάλωτες γυναίκες), όπου συνομιλεί με όρους αγνότητας και συμπερίληψης, και σε έναν αδιευκρίνιστο ρόλο αφηγητή που ανέλαβε η Κατερίνα Παπανδρέου (χωρίς ειδική αναφορά στο ρόλο). Και εδώ να σημειώσουμε πως η συμμετοχή σε αυτόν, ανθρώπων με ειδικές ανάγκες υπό αυτόν τον «ειδικό» τίτλο («Παιδιά του Λοξία»), ίσως δε λειτουργεί ούτε συμπεριληπτικά, ούτε ισότιμα, αφού υπάρχει ένας ξεχωριστός κοινωνικός προσδιορισμός τους. Η Κασσάνδρα, βιάζει μόνη της την «παρθενία» της με τις λαμπάδες-μαχαίρια που κραδαίνει. Η Ανδρομάχη, αυτοκτονεί αγκαλιά με τον Αστυάνακτα, πέφτοντας από τα τείχη της Τροίας. Ο Ταλθύβιος, εμφανίζεται σπλαχνικά άσπλαχνος («Να σε θρηνήσω ή να σε καταραστώ, Γυναίκα;» φωτογραφίζοντας παράλληλα τις αιχμάλωτες ως αντικείμενα προς πώληση).Ο Μενέλαος ορίζεται ως Άντρας – σύμβολο, συγκεντρώνοντας όλα τα πατριαρχικά υλικά πάνω του, μέχρι να μας συστηθεί. Και για το φινάλε, οι Τρωαδίτισσες δεν ακολουθούν τη μοίρα τους, δεν επιβαίνουν στα πλοία των Ελλήνων, αλλά εξεγείρονται, αυτοπυρπολούνται και βάζουν οι ίδιες φωτιά στην Τροία, μια έμμεση αναφορά στην αυτοθυσία στο Ζάλογγο, στο Κούγκι, στο Μεσολόγγι.

Έξυπνα και δημιουργικά όλα αυτά στην υπηρεσία του σκηνοθετικού οράματος. Είναι όμως πειστικά και στην ανάδειξη της ρεαλιστικής ποιότητας και της ορθολογικής υφής, στοιχεία που αποτελούν και τον κεντρικό άξονά του και την επιδίωξή του; Πώς θα οδηγηθούμε δραματουργικά στον θρήνο και την ταφή του Αστυάνακτα που αποτελεί το καθάρσιο τέλος της τραγωδίας, όταν προκύπτει και το νεκρό σώμα της Ανδρομάχης; Με την αφελή αναγγελία του Ταλθύβιου, ότι ο Νεοπτόλεμος πήρε το νεκρό σώμα της στο καράβι μαζί του, να το μεταφέρει στο πολύμηνο ή πολύχρονο ταξίδι της επιστροφής(!); Και γιατί, ακυρώνεται με αυτόν το πραγματικά αστείο τρόπο, όλη αυτή η σπουδαία πολιτική τοποθέτηση πάνω στο έργο; Είναι αυτοί οι προβληματισμοί, που δημιούργησε με το δραματουργικό της σύμπαν, μια παράσταση που επένδυσε σημαντικά στο θυμικό στοιχείο, στη συγκίνηση, και στην αντιπαραβολή της ανθρώπινης τρυφερότητας με την ανθρώπινη αγριότητα. Ωραίες οι λύσεις, αδύναμες και έωλες ωστόσο δραματουργικά, που καταλήγουν στην αμφίσημη διαπίστωση για την παράσταση ότι ενώ πασχίζει να επιβεβαιώσει τον Ευριπίδη, εντέλει τον αναιρεί.

Η Ελένη Ευθυμίου εμπιστεύθηκε δικαίως τη μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη, που από γραφής αποφεύγει κάθε πομπώδη μεγαλοστομία, παρνασσιστικό μεγαλοιδεατισμό και εξιδανικευμένη ποιητικότητα. Εξέλιξε τον λόγο στο πλαίσιο της ρεαλιστικής οικειότητας του και στη γλώσσα του σήμερα. Η Ευαγγελία Κιρκινέ, δημιουργεί ένα υποδειγματικό σκηνικό εργονομικής διαχείρισης της ορχήστρας της Επιδαύρου, αποδίδοντας έναν υπαινιγμό στρατοπέδου σε ένα καρβουνιασμένο φαιό νταμάρι, με τη λευκή σημαία παράδοσης και τα μεγάφωνα ανακοινώσεων να κυριαρχούν. Η μουσική του Λευτέρη Βενιάδη, παιγμένη από κρουστά, πιάνο και όμποε, αιωρείται ανάμεσα στον λυρισμό και στον παιάνα, ανακαλώντας σε στιγμές στρατοκρατούμενες μετεμφυλιακές μνήμες. Μια μουσική άρτια διδαγμένη από τους Σοφία Καμαγιάννη, Γιώργο Μπουκαούρη, Σοφιανό Πεσιρίδη, που οργάνωσε με ριζοσπαστικό στοχασμό την αισθητική της παράστασης. Διεκπεραιωτικά και άχρωμα σε υπαινιγμούς και συμβολισμούς, αλλά χωρίς εξάρσεις και «φωνασκίες» τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη. Χωρίς εξάρσεις και τα φώτα της Ζωής Μολυβδά – Φαμέλη, με χαμηλές εντάσεις και γήινες τονικότητες, ενέτειναν την πολεμική ερήμωση. Ίσως περισσότερο πληθωρική η κίνηση του Τάσου Παπαδόπουλου, ο οποίος ανταποκρίθηκε με επιτυχία στο εγχείρημα να συνταιριάξει έναν Χορό με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Η Εκάβη της έμπειρης Λυδίας Φωτοπούλου αντιμετωπίστηκε με ορθολογική διαύγεια ξεφεύγοντας από την παγίδα της απελπισμένης οιμωγής. Η ερμηνευτική τοποθέτηση της υπερκάλυψε την ατσαλάκωτη κώμη της γαλλικής κοτσίδας της, και η ηθοποιός ερμήνευσε την ηρωίδα επενδύοντας στην κατάφωρη σχέση της με τη ζωή και τον θάνατο. Χειρουργικά υπαγορευμένος λόγος, στέρεα άρθρωση, κλιμακούμενο συναίσθημα, αυτοκυριαρχία και καθαρότητα από γιγαντωμένους μελοδραματισμούς, όλα όσα χαρακτηρίζουν την ερμηνευτική μανιέρα της ηθοποιού, επιβεβαιώθηκαν καταλυτικά στην Ορχήστρα της Επιδαύρου.

Με εφηβική, ανυπότακτη επιθετικότητα η Κασσάνδρα της Νάνσυς Σιδέρη. Απότομες μεταβολές στη φωνή, ένταση της σωματικής έκφρασης, σπασμωδική βακχεία, διαμορφώνουν μια σκηνική προσωπικότητα που «φωνάζει» για το παράλογο της αλήθειας. Μονοκόμματη, είναι η αλήθεια, η Βασιλική Τρουφάκου, στο ρόλο της Ελένης, μας έδωσε την εντύπωση ότι δεν υποψιάστηκε το δραματουργικό πρόσωπο της ηρωίδας της. Ίσως δε βοηθήθηκε από την ενάντια σε κάθε παράδοση, εμφάνισή της ως ξόανο του εαυτού της. Ο Μενέλαος του Γιώργου Χριστοδούλου, ανέπτυξε κλιμακωτά τη φαιδρότητα και τη χαλαρή ηθική του ήρωα του, ο οποίος αντιμετωπίστηκε μέσα από αυτή τη γυναικεία ανάγνωση, συμβολικά, σαρκαστικά και κάπως μονόπλευρα ως «Άντρας». Ο Αργύρης Ξάφης, είναι από μόνος του ένα σπουδαίο υποκριτικό κεφάλαιο στο θέατρό μας. Παραδίδει έναν Ταλθύβιο πολυδιάστατο, γεμάτο χρωματισμούς και ηθικά αμφιταλαντευόμενο ανάμεσα στην έπαρση του νικητή και την ανθρώπινη ενοχή. Είναι άρτια ερμηνευμένη από τον Ξάφη αυτή η αμφίσημη παλινδρόμηση του ήρωα. Η Κατερίνα Παπανδρέου, αναλαμβάνει ένα πολύ άχαρο ρόλο, να αναπληρώσει τον κομμένο πρόλογο της Αθηνάς και του Ποσειδώνα, παίρνοντας όλο επάνω της αυτό το πολύ σημαντικό σημείο, με μια υποδειγματική αφηγηματική δεινότητα. Η Εύη Σαουλίδου, ήταν καταλυτική στην έμπλεη ιδανικών Ανδρομάχη της συγκεκριμένης παράστασης, που έχει κομβικές διαφορές με την απελπισμένη Ανδρομάχη του Ευριπίδη. Μια ερμηνεία καθηλωτική, μεστή με ακριβή χειρισμό έκφρασης και χειρονομίας, με μια μίξη υγρασίας συναισθήματος και ορθολογιστικής ρωμαλεότητας, κορύφωσε την ανατρεπτική Ανδρομάχη της σε ένα συγκινητικό και απρόσμενο ισοζύγιο. Η σκηνή της, αποτέλεσε την κορυφαία της βραδιάς.

Η σκηνική αξιοποίηση των παιδιών Άνας Τζουλάκη Χριστοδούλου (Πολυξένη) και Μιχάλη Μήτση (Αστυάνακτας) εξυπηρέτησε το συμβολισμό του καταρρακωμένου μέλλοντος και τα παιδιά «υποκρίθηκαν» εύστοχα τον αυθορμητισμό της ηλικίας τους.

Διαφορετικά σώματα και ψυχές αποτέλεσαν τον Χορό (Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου), με τα μέλη της Ομάδας Εν Δυνάμει να συμμετέχουν σε αυτόν. Δημιούργησαν ένα ενιαίο σώμα, που αποτέλεσε τον κορμό της ιδεολογικής κατατομής της παράστασης, οργανικά δεμένο, κινησιολογικά πολυποίκιλο, χωρίς φορμαλιστικές μανιέρες, και με έντονο συλλογικό αποτύπωμα. Θα θυμόμαστε τη γεμάτη φόρτιση και ένταση ανακοίνωση της είδησης του νεκρού Αστυάνακτα από την Λωξάντρα Λούκας και το πάντα απορημένο για τα δεινά του πολέμου, βλέμμα του Νίκου Κυπαρίσση.

Μια παράσταση γεμάτη ένταση, ρυθμό, έρευνα και προβληματισμό. Που «σκάλισε» ιδεολογικά, ίσως και ενοχλητικά, τα σύγχρονα αστικά αφηγήματα για την παράδοση του αρχαίου δράματος, και που όμως, παρόλες τις διατυπωμένες ενστάσεις μας, ανταποκρίθηκε και ρίσκαρε να απαντήσει στο «φλέγον» ερώτημα, πως «διαβάζονται» σήμερα οι αρχαίες τραγωδίες… Και νομίζω, πως η Ελένη Ευθυμίου, ίσως όχι με δομική συνέπεια, ίσως όχι με ισχυρή δραματουργική βάση, με περίσσευμα ίσως συγκίνησης και με κάποιες στιγμές περιγραφικής συνθηματολογίας, έδωσε μια ειλικρινή προθέσεων απάντηση. Και σε αυτήν την κατεύθυνση, το πρόσημο υπήρξε θετικό. Ιδιαιτέρως θετικό….

Η παράσταση είχε προγραμματισμένη πρεμιέρα την Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026, αλλά ακυρώθηκε λόγω πυρκαγιών στην ευρύτερη περιοχή. Παίχτηκε στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στις 1 και 2 Αυγούστου και θα ακολουθήσει περιοδεία σε επιλεγμένους σταθμούς. Εισιτήρια μπορείτε να προμηθευτείτε ΕΔΩ

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου
Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος
Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου
Παίζουν (αλφαβητικά): Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)
Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου
Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.
Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

- Advertisement -spot_img

Σχετικά άρθρα