Αφιέρωμα: 5 +1 αναγνώσεις της «Άλκηστης» από το Εθνικό Θέατρο

Αφιέρωμα: 5 +1 αναγνώσεις της «Άλκηστης» από το Εθνικό Θέατρο. Αν και το έργο αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο δράμα του Ευριπίδη και κατέχει μια ιδιότυπη θέση στο σωζόμενο corpus του ποιητή, καθώς συνδυάζει χαρακτηριστικά τραγωδίας, σατυρικού δράματος και λυρικής ποιητικής σύνθεσης, η σκηνική του ιστορία στο Εθνικό Θέατρο υπήρξε σχετικά περιορισμένη συγκριτικά με άλλες ευριπίδειες τραγωδίες

Δεν είναι γενικότερα και από τα πλέον λαοφιλή δράματα της αρχαίας τραγωδίας. Η πρώτη παράσταση της «Άλκηστης» από το Εθνικό Θέατρο ήρθε μόλις το 1963. Από το 1963 έως το 2017 το Εθνικό Θέατρο επανήλθε πέντε φορές στην Άλκηστη του Ευριπίδη, παρουσιάζοντας διαδοχικές σκηνικές αναγνώσεις που αντανακλούν τη μεταβολή της πρόσληψης του αρχαίου δράματος στην Ελλάδα.

Αν και το έργο αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο δράμα του Ευριπίδη και κατέχει μια ιδιότυπη θέση στο σωζόμενο corpus του ποιητή, καθώς συνδυάζει χαρακτηριστικά τραγωδίας, σατυρικού δράματος και λυρικής ποιητικής σύνθεσης, η σκηνική του ιστορία στο Εθνικό Θέατρο υπήρξε σχετικά περιορισμένη συγκριτικά με άλλες ευριπίδειες τραγωδίες, όπως οι Βάκχες, η Μήδεια ή οι Τρωάδες. Κάθε επάνοδος, ωστόσο, υπήρξε καλλιτεχνικό γεγονός, καθώς συνοδεύτηκε από διαφορετικές αισθητικές αναζητήσεις και από τη συμμετοχή κορυφαίων δημιουργών του ελληνικού θεάτρου.

Η «Άλκηστη» του Ευριπίδη αφηγείται την ιστορία του βασιλιά Άδμητου, στον οποίο ο Απόλλων εξασφαλίζει τη δυνατότητα να αποφύγει τον θάνατο, εφόσον κάποιος άλλος δεχθεί να πεθάνει στη θέση του. Η σύζυγός του Άλκηστις προσφέρει τη ζωή της για να τον σώσει. Μετά τον θάνατό της, ο Άδμητος συντρίβεται από την απώλεια, ενώ η άφιξη του Ηρακλή ανατρέπει την πορεία των γεγονότων: ο ήρωας αναμετριέται με τον Θάνατο και επιστρέφει την Άλκηστη στη ζωή.

Η πρώτη παραγωγή του Τάκη Μουζενίδη το 1963 διαμόρφωσε για πολλά χρόνια τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κοινό προσέγγισε το έργο. Η συνεχής αναβίωσή της το 1964, το 1965 και το 1968 αναβίωσή της σε Δωδώνη, Ηρώδειο και Επίδαυρο επιβεβαίωσε την απήχησή της και ανέδειξε μια γενιά σημαντικών ηθοποιών του θεάτρου μας. Το 1974 ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος πρότεινε μια νέα φιλολογικά τεκμηριωμένη ανάγνωση, ενώ το 2000 η Λυδία Κονιόρδου μετέφερε την Άλκηστη στον εσωτερικό χώρο του Θεάτρου Τσίλλερ, επιχειρώντας μια περισσότερο ψυχογραφική προσέγγιση. Η σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου το 2009 εισήγαγε μια σύγχρονη, πολυφωνική ανάγνωση με εναλλασσόμενες διανομές και έντονη μουσική παρουσία, ενώ η παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου το 2017 ανέδειξε τον τελετουργικό και υπαρξιακό χαρακτήρα του έργου μέσα από σύγχρονα σκηνικά μέσα. Και είμαστε μια ημέρα, πριν την πρεμιέρα της «’Αλκηστις» του Δημήτρη Καραντζά στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, σε μια σύγχρονη σκηνική της απόδοση.

Θα επιχειρήσουμε να καταγράψουμε συγκεντρωτικά όλες τις παραγωγές της Άλκηστης από το Εθνικό Θέατρο από το 1963 έως το 2017 με την προοπτική της παράστασης του 2026, παρουσιάζοντας για καθεμία το ιστορικό πλαίσιο, τους βασικούς συντελεστές, τη διανομή και τα κύρια χαρακτηριστικά της σκηνοθετικής προσέγγισης. Το άρθρο βασίστηκε πρωτίστως στα τεκμήρια του Ψηφιακού Αρχείου Παραστάσεων του Εθνικού Θεάτρου, τα οποία διασταυρώθηκαν όπου υπήρξε δυνατό με το έντυπο πρόγραμμα των παραστάσεων και τη σχετική βιβλιογραφία.

Η πρώτη «Άλκηστις» του Εθνικού Θεάτρου (1963) και οι αναβιώσεις της (1964, 1965, 1968)

Θάνος Κωτσόπουλος (Άδμητος), Άννα Συνοδινού (Άλκηστις) Θόδωρος Μορίδης (Ηρακλής) – 1963

Η πρώτη παρουσίαση της Άλκηστης του Ευριπίδη από το Εθνικό Θέατρο πραγματοποιήθηκε στις 29 και 30 Ιουνίου 1963 στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, σηματοδοτώντας την πρώτη οργανωμένη σκηνική συνάντηση του οργανισμού με το ιδιότυπο αυτό έργο του Ευριπίδη. Η επιτυχία της παραγωγής υπήρξε τέτοια ώστε το έργο επανήλθε τρεις ακόμη φορές, το 1964, το 1965 και το 1968, αποτελώντας μία από τις πλέον μακρόβιες παραγωγές του Εθνικού κατά τη δεκαετία του 1960.

Τη σκηνοθεσία υπέγραψε ο Τάκης Μουζενίδης, ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του Εθνικού Θεάτρου, ο οποίος προσέγγισε την Άλκηστη με σεβασμό προς τον ποιητικό λόγο και τη δραματουργική ιδιαιτερότητα του έργου. Αντιμετώπισε το κείμενο ως ένα μεταίχμιο ανάμεσα στην τραγωδία και στο σατυρικό δράμα, αναδεικνύοντας τόσο τη συγκινησιακή δύναμη της θυσίας της Άλκηστης όσο και τη λυτρωτική λειτουργία της παρουσίας του Ηρακλή.

Τα σκηνικά του Κλεόβουλου Κλώνη αξιοποίησαν τη μνημειακότητα του επιδαύριου χώρου, ενώ τα κοστούμια του Αντώνη Φωκά συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας παράστασης υψηλής αισθητικής, η οποία κινήθηκε ανάμεσα στην αρχαιοπρέπεια και στη διαχρονικότητα. Τη μουσική συνέθεσε και διηύθυνε ο Μενέλαος Παλλάντιος, ενώ τη χορογραφία υπέγραψε αρχικά η Μαρία Καζάζη (1963), η οποία αντικαταστάθηκε στις αναβιώσεις από τη Μαρία Διαμαντίδου. Τη μουσική διδασκαλία ανέλαβε η Έλλη Νικολαΐδου, ενώ βοηθός σκηνοθέτη ήταν η Έλλη Νεζερίτη στην πρώτη παραγωγή και από το 1964 ο Στέλιος Παπαδάκης.

Στην αρχική διανομή του 1963 πρωταγωνιστούσαν η Άννα Συνοδινού στον ομώνυμο ρόλο και ο Θάνος Κωτσόπουλος ως Άδμητος, συγκροτώντας ένα από τα σημαντικότερα ερμηνευτικά ζεύγη του Εθνικού Θεάτρου εκείνης της περιόδου. Τον Απόλλωνα υποδύθηκε ο Βασίλης Κανάκης, τον Θάνατο ο Νίκος Καζής, τον Ηρακλή ο Θόδωρος Μορίδης, τον Φέρη ο Λυκούργος Καλλέργης, τον Θεράποντα ο Γρηγόρης Βαφιάς, τον Εύμηλο ο Πέτρος Λοχαΐτης, ενώ τη Θεράπαινα ερμήνευσε η Έλλη Βοζικιάδου.

Σημαντική υπήρξε και η σύνθεση του Χορού, με κορυφαίους τους Αλέκο Δεληγιάννη, Νίκο Παπακωνσταντίνου και Βασίλη Παπανίκα, πλαισιωμένους από τους Σπύρο Ολύμπιο, Γιάννη Μαυρογένη, Κώστα Κοκκάκη, Γιώργο Γεωργίου, Στέλιο Παπαδάκη, Θόδωρο Δημήτριεφ, Μιχάλη Μαραγκάκη, Κώστα Σκαρλή, Γιάννη Στεφάνου, Νίκο Βοκά, Δημήτρη Ντουνάκη, Νίκο Μεταλλινό, Θόδωρο Συριώτη, Χριστόφορο Καζαντζίδη, Θάνο Δαδινόπουλο και Χρήστο Κωνσταντόπουλο.

Οι αναβιώσεις

Άννα Παναγιωτοπούλου (Αδερφή του Εύμηλου), Ελένη Χατζηαργύρη (Άλκηστις), Σταμάτης Φασουλής (Εύμηλος) -1968

Η επιτυχία της επιδαύριας πρεμιέρας οδήγησε στην πρώτη αναβίωση το 1964, η οποία παρουσιάστηκε αρχικά στο Αρχαίο Θέατρο Δωδώνης και στη συνέχεια στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού. Η παραγωγή διατήρησε σχεδόν αναλλοίωτη τη βασική της φυσιογνωμία, με ελάχιστες αλλαγές στη σύνθεση του Χορού και στη χορογραφία, την οποία πλέον υπέγραφε η Μαρία Διαμαντίδου.

Το 1965 η παράσταση παρουσιάστηκε εκ νέου στο Ηρώδειο, με σημαντικότερη αλλαγή την αντικατάσταση της Άννας Συνοδινού από την Ελένη Χατζηαργύρη στον ομώνυμο ρόλο. Παράλληλα, τον Θάνατο ερμήνευσε ο Γκίκας Μπινιάρης, τον Εύμηλο ο Δημήτρης Ποταμίτης και τον Θεράποντα ο Άγγελος Γιαννούλης, ενώ ο βασικός σκηνοθετικός και εικαστικός άξονας της παραγωγής παρέμεινε αμετάβλητος.

Η τελευταία αναβίωση πραγματοποιήθηκε το 1968, με επιστροφή της παράστασης στην Επίδαυρο και μεταγενέστερη παρουσίασή της στο Ηρώδειο. Η διανομή ανανεώθηκε αισθητά, με την Ελένη Χατζηαργύρη να παραμένει ως Άλκηστη και τον Στέλιο Βόκοβιτς να αναλαμβάνει τον ρόλο του Άδμητου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμμετοχή νεότερων ηθοποιών που αργότερα θα διαγράψουν σημαντική πορεία στο ελληνικό θέατρο, όπως ο Σταμάτης Φασουλής στον ρόλο του Εύμηλου και η Άννα Παναγιωτοπούλου στον ρόλο της αδελφής του.

Οι αναβιώσεις του 1964, του 1965 και του 1968 επιβεβαιώνουν την απήχηση που είχε η παραγωγή του Τάκη Μουζενίδη στο κοινό και στην ιστορία του Εθνικού Θεάτρου. Οι κριτικοί της εποχής μίλησαν για τη σκηνοθετική της συνοχή και την υψηλή ποιότητα των ερμηνειών. Η σταθερή διατήρηση του βασικού καλλιτεχνικού πυρήνα συνέβαλαν ώστε να καθιερωθεί ως μία από τις σημαντικότερες ευριπίδειες παραγωγές του οργανισμού κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Η «Άλκηστις» του 1974: μια νέα σκηνική ανάγνωση του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου

Μπροστά: Γιάννης Αργύρης (Ηρακλής), Νικήτας Τσακίρογλου (Άδμητος), Μιράντα Ζαφειροπούλου (Άλκηστις). Πίσω: Ευάγγελος Πρωτοπαππάς (Α’ Κορυφαίος), Στέφανος Κυριακίδης (Α΄Κορυφαίος), Πέμπτος: Δημήτρης Τσούτσης (Α’ Κορυφαίος), Χρήστος Βαλαβανίδης (Β΄Κορυφαίος), Όγδοη: Λήδα Τασσοπούλου (Χορός), Θόδωρος Σαρρής (Α΄Κορυφαίος), Ηλίας Ασπρούδής (;) (Χορός), Χρήστος Δεμερτζής (Β’ Κορυφαίος), Ισίδωρος Παπαβασιλείου (Χορός). Καθιστοί: Αλέξης Σταυράκης (Β’ Κορυφαίος), Γιάννης Μαυρογένης (Α’ Κορυφαίος) – 1974

Έντεκα χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση της Άλκηστης από το Εθνικό Θέατρο και έξι χρόνια μετά την τελευταία αναβίωσή της, το έργο επανήλθε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 13 και 14 Ιουλίου 1974, σε σκηνοθεσία του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου. Η παράσταση παρουσιάστηκε μαζί με τον Κύκλωπα του Ευριπίδη, επαναφέροντας την αρχαία πρακτική της συνύπαρξης διαφορετικών δραματικών ειδών και υπογραμμίζοντας την ιδιότυπη θέση της Άλκηστης ανάμεσα στην τραγωδία και στο σατυρικό δράμα.

Ο Ευαγγελάτος, ήδη γνωστός για τη φιλολογική του προσέγγιση και την ιδιαίτερη ευαισθησία του απέναντι στο αρχαίο δράμα, επιδίωξε να αναδείξει τη διττή φύση του έργου. Η παράστασή του ισορροπούσε ανάμεσα στη βαθιά συγκινητική ιστορία της αυτοθυσίας της Άλκηστης και στη λυτρωτική παρουσία του Ηρακλή, αποφεύγοντας τόσο τη μονοδιάστατη τραγικότητα όσο και την υπερβολική έμφαση στο αισιόδοξο τέλος. Το αποτέλεσμα ήταν μια σκηνική σύνθεση που ανέδειξε την ιδιομορφία του ευριπίδειου έργου και τη θέση του στο αρχαίο δραματικό ρεπερτόριο.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα κινήθηκαν σε μια λιτή αλλά υψηλής αισθητικής γραμμή, αξιοποιώντας την αρχιτεκτονική του επιδαύριου χώρου και δημιουργώντας ένα σκηνικό περιβάλλον που υπηρετούσε τον ποιητικό λόγο του Ευριπίδη. Η χορογραφία της Τατιάνας Βαρούτη προσέδωσε ιδιαίτερη εκφραστικότητα στον Χορό, ενώ βοηθός σκηνοθέτη ήταν ο Σπύρος Ολύμπιος και βοηθός χορογράφου η Άλκηστις Τσάγκα.

Στον ρόλο της Άλκηστης εμφανίσθηκε η Μιράντα Ζαφειροπούλου, η οποία απέδωσε με ευαισθησία την ηρωίδα που επιλέγει συνειδητά να θυσιάσει τη ζωή της για τον σύζυγό της. Τον Άδμητο υποδύθηκε ο Νικήτας Τσακίρογλου, προβάλλοντας τον εσωτερικό διχασμό του ήρωα ανάμεσα στην επιθυμία για ζωή και στην ενοχή απέναντι στη θυσία της συζύγου του. Στους υπόλοιπους βασικούς ρόλους συμμετείχαν ο Νίκος Φιλιππόπουλος (Απόλλων), ο Ζώρας Τσάπελης (Θάνατος), η Θεανώ Ιωαννίδου (Θεράπαινα), ο Γιάννης Αργύρης (Ηρακλής), ο Λυκούργος Καλλέργης (Φέρης), ο Θάνος Αρώνης (Υπηρέτης), η Αγνή Μουζενίδου (Εύμηλος) και η Στέλλα Γερμενή (Κόρη της Άλκηστης).

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η παρουσία του Χορού, ο οποίος διαδραμάτιζε ενεργό δραματουργικό ρόλο στην εξέλιξη της παράστασης. Ως κορυφαίοι εμφανίσθηκαν οι Ευάγγελος Πρωτοπαππάς, Θόδωρος Σαρρής, Δημήτρης Τσούτσης, Γιάννης Μαυρογένης και Στέφανος Κυριακίδης (Α΄ Κορυφαίοι), καθώς και οι Αλέξης Σταυράκης, Χρήστος Βαλαβανίδης και Χρήστος Δεμερτζής (Β΄ Κορυφαίοι). Το υπόλοιπο χορικό σύνολο συγκροτήθηκε από τους Ηλία Ασπρούδη, Γιώργο Καραγιάννη, Παύλο Γεωργιάδη, Γιώργο Λάκουρα, Τάσο Χαλκιά, Ισίδωρο Παπαβασιλείου, Αντώνη Μπαμπούνη, Κοραή Δαμάτη, Άννα Μακράκη, Κέλλυ Μαρκαντωνάτου, Μαρία Κιοσσέ, Μίτση Σταμπουλίδου, Πίτσα Κονιτσιώτη, Τέτη Σχοινάκη, Ανθή Ανδρεοπούλου, Λήδα Τασοπούλου και Στέλλα Γερμενή.

Η παραγωγή του 1974 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σκηνοθετικής φυσιογνωμίας του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου. Με σεβασμό στο αρχαίο κείμενο αλλά και με έντονη θεατρική ευαισθησία, ανέδειξε τον σύνθετο χαρακτήρα της Άλκηστης ως έργου που δεν περιορίζεται στην τραγική διάσταση της αυτοθυσίας, αλλά εξερευνά την ανθρώπινη αδυναμία, την πίστη στη ζωή και τη δυνατότητα της λύτρωσης. Παράλληλα, η σύζευξη της Άλκηστης με τον Κύκλωπα επανέφερε στο προσκήνιο τον διάλογο ανάμεσα στα διαφορετικά είδη της αρχαίας δραματουργίας, προσφέροντας στο κοινό μια ολοκληρωμένη εικόνα του ευριπίδειου θεάτρου.

Η «Άλκηστις» του 2000: στην Αθήνα του 50

Γιώργος Γάλλος (Χορός), Γιούλη Τσαγκαράκη (Χορός), Ακτίνα Σταθάκη (Χορός), Ελένη Κούστα (Χορός), Άρτο Απαρτιάν (Ηρακλής) – 2000

Η τρίτη κατά χρονολογική σειρά παραγωγή της Άλκηστης από το Εθνικό Θέατρο παρουσιάστηκε την περίοδο 1999–2000, με πρεμιέρα στις 9 Μαΐου 2000, στο Γκαράζ του Κτηρίου Τσίλλερ, σε έναν από τους πλέον ιδιαίτερους σκηνικούς χώρους που λειτουργούσε τότε στο Εθνικό Θέατρο. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες παραστάσεις, οι οποίες είχαν σχεδιαστεί για ανοιχτούς θεατρικούς χώρους, η νέα αυτή παραγωγή πραγματοποιήθηκε σε κλειστό θέατρο, γεγονός που επέτρεψε μια περισσότερο εσωτερική και ψυχογραφική ανάγνωση του ευριπίδειου έργου.

Τη σκηνοθεσία υπέγραψε η Λυδία Κονιόρδου. Η σκηνοθετική ανάγνωση της Λυδίας Κονιόρδου , η οποία όπως δήλωσε βασίζεται σε παλαιότερη παράσταση της από το 1995 με κούκλες, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανθρώπινη διάσταση του έργου, μεταφέροντας το έργο στην Αθήνα της δεκαετίας του 50. Η Άλκηστη δεν προβαλλόταν ως ένα εξιδανικευμένο σύμβολο αυταπάρνησης, αλλά ως μια γυναίκα που επιλέγει συνειδητά να θυσιαστεί, γνωρίζοντας το υπαρξιακό βάρος της απόφασής της. Αντίστοιχα, ο Άδμητος παρουσιάζεται ως μια τραγική φυσιογνωμία που καλείται να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της προσωπικής του αδυναμίας, ενώ ο Ηρακλής λειτουργεί ως φορέας της ζωής και της ανατροπής της αναπόδραστης μοίρας.

Τα σκηνικά και η ενδυματολογική επιμέλεια του Βασίλη Μαντζούκη διαμόρφωσαν έναν λιτό και λειτουργικό σκηνικό κόσμο, όπου κυριαρχούσε η αφαίρεση και η συμβολική χρήση του χώρου. Η μουσική επιμέλεια της Μάρθας Φριντζήλα λειτούργησε ως οργανικό στοιχείο της παράστασης, ενισχύοντας τη λυρική διάσταση του έργου, ενώ οι φωτισμοί του Σπύρου Κάρδαρη υπογράμμισαν τη διαρκή μετάβαση ανάμεσα στο φως της ζωής και στη σκοτεινή επικράτεια του θανάτου. Βοηθός σκηνοθέτη ήταν η Μαρία Καντιφέ.

Τον ρόλο της Άλκηστης ερμήνευσαν οι Τάνια Παπαδοπούλου, Γεωργία Τσαγκαράκη και Ελένη Κούστα. Τον Άδμητο υποδύθηκε ο Πέτρος Πετράκης, ενώ στους υπόλοιπους βασικούς ρόλους εμφανίσθηκαν ο Μίλτος Δημουλής (Απόλλων), ο Λάμπρος Αποστόλου (Θάνατος), η Στέλλα Γκίκα (Θεραπαινίδα), ο Αρτό Απαρτιάν (Ηρακλής), ο Δημήτρης Καραβιώτης (Φέρης) και ο Σαμψών Φύτρος (Θεράπων). Τον ρόλο του παιδιού, του Εύμηλου, ερμήνευσαν οι Τζίνα Θλιβέρη και Ακτίνα Σταθάκη.

Ο Χορός συγκροτήθηκε από τους Αρτό Απαρτιάν, Λάμπρο Αποστόλου, Ιουλία Βατικιώτη, Γιώργο Γάλλο, Μίλτο Δημουλή, Τζίνα Θλιβέρη, Δημήτρη Καραβιώτη, Ελένη Κούστα, Γιάννη Παπαγιάννη, Τάνια Παπαδοπούλου, Ακτίνα Σταθάκη, Γεωργία Τσαγκαράκη, Γιούλη Τσαγκαράκη και Σαμψών Φύτρο, στοιχείο που υπογράμμιζε τη συλλογική λειτουργία του δραματικού σώματος και τη διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στους ατομικούς και τους χορικούς ρόλους.

Η παραγωγή αυτή κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία των ανεβασμάτων της Άλκηστης από το Εθνικό Θέατρο. Απομακρυνόμενη από τη μεγαλοπρέπεια των υπαίθριων παραστάσεων, πρότεινε μια εσωτερική, σχεδόν θαλαμική ανάγνωση του έργου, επιβεβαιώνοντας ότι το ευριπίδειο δράμα μπορεί να λειτουργήσει με την ίδια δύναμη τόσο σε έναν μεγάλο αρχαίο χώρο όσο και στη στενή σκηνική συνθήκη ενός κλειστού θεάτρου.

Η «Άλκηστις» του 2009: μια τολμηρή, πολυφωνική ανάγνωση 

Χρήστος Λούλης (Άδμητος), Μαρία Σκουλά (Άλκηστις) – 2009

Η τέταρτη κατά σειρά παραγωγή της Άλκηστης από το Εθνικό Θέατρο παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 2009, σε σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου, εγκαινιάζοντας μια ιδιαίτερα σύγχρονη ανάγνωση του έργου του Ευριπίδη. Η πρεμιέρα δόθηκε στις 11 Ιουλίου 2009 στο Υπαίθριο Θέατρο «Φρύνιχος» του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, στο πλαίσιο της θερινής περιόδου του Εθνικού Θεάτρου.

Ο Μοσχόπουλος αντιμετώπισε την Άλκηστη όχι ως ένα συμβατικό δράμα αυτοθυσίας αλλά ως ένα έργο που ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα στην τραγωδία, την ειρωνεία και το παραμύθι. Η παράσταση ανέδειξε τον παιγνιώδη χαρακτήρα πολλών σκηνών του έργου, χωρίς να αποδυναμώνει τη δραματική ένταση της θυσίας της Άλκηστης. Αντίθετα, αξιοποίησε τη συνεχή εναλλαγή ύφους που χαρακτηρίζει το ευριπίδειο κείμενο, μετατρέποντας τη σκηνή σε έναν χώρο όπου συνυπήρχαν η συγκίνηση, το χιούμορ και η τελετουργία.

Ιδιαίτερο γνώρισμα της παραγωγής αποτέλεσε η επιλογή τριών πρωταγωνιστών –της Μαρίας Σκουλά, του Χρήστου Λούλη και του Αργύρη Ξάφη– να εναλλάσσονται στους ρόλους του Απόλλωνα, του Θανάτου, της Άλκηστης, του Άδμητου και του Ηρακλή, υπογραμμίζοντας τη ρευστότητα των προσώπων. Η επιλογή αυτή ανέδειξε τον συμβολικό χαρακτήρα του έργου και απομάκρυνε την παράσταση από μια αυστηρά ρεαλιστική ανάγνωση.

Η σκηνογραφική και ενδυματολογική επιμέλεια της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου δημιούργησε έναν αφαιρετικό σκηνικό χώρο, όπου κυριαρχούσε η λειτουργικότητα και η ποιητική χρήση των αντικειμένων. Η μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή λειτούργησε ως οργανικό δραματουργικό στοιχείο, ενώ η κινησιολογία της Μάρθας Κλουκίνα προσέδωσε στον Χορό έντονη σωματικότητα και ρυθμική συνοχή. Οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου και οι βιντεοπροβολές των Νάνσυς Μπινιαδάκη και Σεμπάστιαν Πούρφουρστ συνέβαλαν στη δημιουργία μιας σύγχρονης εικαστικής ταυτότητας.

Τη μουσική διδασκαλία ανέλαβε η Μελίνα Παιονίδου, ενώ δραματολόγος της παράστασης ήταν η Εύα Σαραγά. Βοηθός σκηνοθέτη ήταν ο Τάσος Αγγελόπουλος, με Β΄ βοηθό τη Θεανώ Μεταξά. Τη σκηνογραφική και ενδυματολογική ομάδα πλαισίωσαν η Μαριαλένα Καποτοπούλου και η Κυριακή Τσίτσα, ενώ βοηθός χορογράφου ήταν ο Βαγγέλης Τελώνης.

Στη διανομή, εκτός από τους τρεις πρωταγωνιστές που εναλλάσσονταν στους κεντρικούς ρόλους, συμμετείχαν η Μαρία Πρωτόπαππα (Θεράπαινα), ο Κώστας Μπερικόπουλος (Φέρης), ο Σωκράτης Πατσίκας (Υπηρέτης) και η Αριάν Λαμπέντ (Δούλα του Φέρη). Ο Χορός συγκροτήθηκε από τους Άννα Καλαϊτζίδου, Ιωάννα Παππά, Ηλία Παναγιωτακόπουλο, Θάνο Τοκάκη και Βαγγέλη Χατζηνικολάου ως κορυφαίους, καθώς και από τους Λευτέρη Βασιλάκη, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Δάφνη Δαυίδ, Ελίνα Μάλαμα, Χρήστο Νικολάου, Βαγγέλη Τελώνη και Άγγελο Τριανταφύλλου.

Σημαντική ήταν και η παρουσία ζωντανής μουσικής επί σκηνής. Στο μουσικό σύνολο συμμετείχαν οι Σοφία Ευκλείδου (βιολοντσέλο), Μάριος Δαπέργολας (βιόλα), Δημήτρης Ντακοβάνος (φαγκότο), Δημήτρης Τίγκας (κοντραμπάσο), Σπύρος Τσέκος (κλαρινέτο), καθώς και οι σολίστ Θανάσης Δεληγιάννης και Νίκος Σπανός. Τους παιδικούς ρόλους ερμήνευσαν οι Αλέξανδρος Βουτυράς, Δανάη Κουσούρη, Περικλής Καλούμενος και Βασιλική Καλούμενου.

Η παραγωγή του 2009 αποτέλεσε μία από τις πιο τολμηρές σκηνικές προσεγγίσεις της Άλκηστης από το Εθνικό Θέατρο. Με την εναλλαγή των πρωταγωνιστών στους βασικούς ρόλους, τη χρήση ζωντανής μουσικής, τη σύνθεση θεάτρου, κίνησης και βίντεο, ανέδειξε μια σύγχρονη δραματουργική μελέτη πάνω στο έργο.

Η «Άλκηστις» του 2017: μια σύγχρονη τελετουργία

Κίττυ Παϊταζόγλου (Άλκηστη), Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Άδμητος) – 2017

Η τελευταία, μέχρι σήμερα, συνάντηση του Εθνικού Θεάτρου με την Άλκηστη του Ευριπίδη πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2017, σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου, αποτελώντας μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες σύγχρονες αναγνώσεις του έργου. Η σκηνοθέτις, η οποία ανέλαβε και την επεξεργασία της μετάφρασης, προσέγγισε το ευριπίδειο δράμα ως μια ποιητική τελετουργία γύρω από τη ζωή, τον θάνατο και τη δυνατότητα της επιστροφής, αναδεικνύοντας τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο τραγικό και στο λυτρωτικό στοιχείο που χαρακτηρίζει το έργο.

Η σκηνογραφική πρόταση της Εύας Μανιδάκη και τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα διαμόρφωσαν ένα λιτό αλλά ιδιαίτερα συμβολικό σκηνικό περιβάλλον, όπου με ένα κυπαρίσσι -σύμβολο θανάτου και ανάστασης – κυριαρχούσε η αίσθηση της τελετουργίας. Η κινησιολογική επεξεργασία της Πατρίσιας Απέργη προσέδωσε στον Χορό οργανικό ρόλο στην εξέλιξη της δράσης, ενώ η πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Πούλιου, σε συνδυασμό με τους φωτισμούς του Σίμου Σαρκετζή, συνέβαλε στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που ισορροπούσε ανάμεσα στον ρεαλισμό και στην ποιητική αφαίρεση.

Η μουσική διδασκαλία ήταν της Μελίνας Παιονίδου, ενώ τη σκηνοθετική ομάδα πλαισίωσαν οι βοηθοί σκηνοθέτη Δήμητρα Δερμιτζάκη και Δημήτρης Οικονομίδης. Βοηθοί της σκηνογράφου ήταν οι Θάλεια Μέλισσα και Μυρτώ Μεγαρίτου, βοηθός ενδυματολόγου η Ειρήνη Γεωργακίλα, βοηθός χορογράφου η Ειρήνη Καλαϊτζίδη, βοηθός συνθέτη ο Κωνσταντίνος Τσιώλης, ενώ τον σχεδιασμό κομμώσεων και μακιγιάζ υπέγραψαν αντίστοιχα ο Χρόνης Τζήμος και η Άννα Μπαλτζή. Τα ειδικά εφέ σχεδίασε ο Προκόπης Βλασερός, ενώ τη δραματολογική υποστήριξη της παράστασης είχαν οι Εύα Σαραγά και Βιβή Σπαθούλα.

Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίσθηκαν ο Κώστας Βασαρδάνης (Απόλλων), ο Σωτήρης Τσακομίδης (Θάνατος), ο Ερρίκος Μηλιάρης (Υπηρέτης), η Κίττυ Παϊταζόγλου (Άλκηστη)-αρχικά είχε επιλεγεί η Μαρία Κίτσου, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Άδμητος), ο Δημήτρης Παπανικολάου (Ηρακλής) και ο Γιάννης Φέρτης (Φέρης). Τους ρόλους των δύο παιδιών ερμήνευσαν οι Σπύρος Γουλιέλμος και Νικόλ Φαλτσέτα.

Ο Χορός συγκροτήθηκε από τους Κωνσταντίνο Γεωργαλή, Γιώργο Ζυγούρη, Στάθη Κόικα, Μιχάλη Μιχαλακίδη, Αντώνη Μιχαλόπουλο, Γιώργο Νούση, Χρήστο Ξυραφάκη, Στέλιο Παυλόπουλο, Δημοκρίτη Σηφάκη, Περικλή Σκορδίλη, Αλέξανδρο Σταυρόπουλο, Μιχαήλ Ταμπακάκη και Βαλάντη Φράγκο, οι οποίοι λειτούργησαν ως ενιαίο δραματικό σώμα, σχολιάζοντας και ταυτόχρονα συμμετέχοντας ενεργά στην εξέλιξη της δράσης.

Στο μουσικό σύνολο συμμετείχαν οι Κωνσταντίνος Τσιώλης (ακορντεόν, συνθεσάιζερ), Κωνσταντίνος Κωστίδης (συνθεσάιζερ, synth bass, ακορντεόν), Θοδωρής Σοφόπουλος (κρουστά, ντραμς) και Πέτρος Κασσιμάτης (τρομπέτα).

Η παραγωγή του 2017 ολοκλήρωσε έναν κύκλο πέντε μεγάλων σκηνικών αναγνώσεων της Άλκηστης από το Εθνικό Θέατρο. Σε αντίθεση με τις περισσότερο κλασικές προσεγγίσεις των δεκαετιών του 1960 και του 1970, η παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου επιδίωξε να αναδείξει τον βαθιά υπαρξιακό χαρακτήρα του έργου, συνομιλώντας δημιουργικά με τις σύγχρονες σκηνικές αναζητήσεις και επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική δυναμική του ευριπίδειου κειμένου.

2026 – Η «Άλκηστις» του Δημήτρη Καραντζά: μια σύγχρονη παραβολή για τη θυσία, την εξουσία και την ευθύνη

Γιάννης Νιάρρος (Άδμητος), Ηρώ Μπέζου (Άλκηστις) – 2026

Η νεότερη παραγωγή της Άλκηστης του Ευριπίδη από το Εθνικό Θέατρο, σε απόδοση και σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά, έρχεται να προστεθεί στη μακρά ιστορία των σκηνικών προσεγγίσεων του έργου από τον οργανισμό, από την ιστορική παράσταση του Τάκη Μουζενίδη το 1963 έως τις αναγνώσεις των Σπύρου Α. Ευαγγελάτου, Λυδίας Κονιόρδου, Θωμά Μοσχόπουλου και Κατερίνας Ευαγγελάτου.

Μετά την πρεμιέρα της στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στις 17 και 18 Ιουλίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, η παράσταση ταξιδεύει σε επιλεγμένους σταθμούς στην Ελλάδα και την Κύπρο. Η νέα αυτή προσέγγιση αντιμετωπίζει την Άλκηστη ως ένα έργο ανοιχτό σε σύγχρονες πολιτικές και κοινωνικές αναγνώσεις, αναδεικνύοντας τον διφυή χαρακτήρα του: ένα δράμα που κινείται διαρκώς ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, στο παιχνίδι και τον εφιάλτη, στη συντριπτική τραγωδία και την απροσδόκητη κωμικότητα.

Στον πυρήνα της σκηνοθετικής ανάγνωσης βρίσκεται το ερώτημα της θυσίας. Ο Άδμητος σώζεται από τον θάνατο μόνο όταν κάποιος άλλος δεχτεί να πεθάνει στη θέση του. Η Άλκηστις, η σύζυγός του, προσφέρει τον εαυτό της ως αντάλλαγμα. Η πράξη αυτή, η οποία στο αρχαίο έργο παρουσιάζεται ως ύψιστη μορφή συζυγικής αφοσίωσης, στη σύγχρονη σκηνική ανάγνωση αποκτά και μια σκοτεινή πολιτική διάσταση: η θυσία μιας γυναίκας εμφανίζεται ως αποτέλεσμα μιας κοινωνικής τάξης που αποδέχεται και νομιμοποιεί την απώλειά της.

Η παράσταση φωτίζει έτσι το παράδοξο του ευριπίδειου έργου: η Άλκηστις είναι το μοναδικό σωζόμενο έργο της αρχαίας τραγωδίας όπου η σκηνή δεν περιορίζεται στην παρουσία του θανάτου, αλλά οδηγείται και στην υπέρβασή του μέσω της επιστροφής στη ζωή. Ωστόσο, το ερώτημα που παραμένει είναι αν η επιστροφή αυτή μπορεί πραγματικά να ακυρώσει το τίμημα της θυσίας και τι σημαίνει η σιωπή της ηρωίδας μετά την ανάστασή της.

Ο Δημήτρης Καραντζάς δημιουργεί μια σκηνική σύνθεση όπου η μουσική, ο ήχος, η κίνηση και η διαρκής μετατόπιση ανάμεσα στο τραγικό και το ανοίκειο συνυπάρχουν οργανικά. Ο σκηνικός χώρος λειτουργεί ως ένα σκοτεινό πεδίο του υποσυνειδήτου, ένας τόπος αστάθειας όπου τα σώματα και οι σχέσεις δοκιμάζονται διαρκώς. Η σκηνή μετατρέπεται ταυτόχρονα σε τόπο θυσίας, σε χώρο πένθους και σε ένα ιδιόμορφο μουσικό όργανο που μεταφέρει την απώλεια και τη μνήμη.

Τη σκηνική εικόνα διαμορφώνει ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης με τα σκηνικά και η Ιωάννα Τσάμη με τα κοστούμια, δημιουργώντας έναν κόσμο αφαιρετικό και τελετουργικό. Τη μουσική και τις ηχητικές κατασκευές υπογράφει ο Παναγιώτης Μανουηλίδης, ενώ την κίνηση ο Τάσος Καραχάλιος. Οι φωτισμοί είναι της Ελίζας Αλεξανδροπούλου και ο ηχητικός σχεδιασμός του Άγγελου Κονταξή. Τη μουσική διδασκαλία ανέλαβε η Μελίνα Παιονίδου.

Στη δραματουργική επεξεργασία συμμετέχουν η Έρι Κύργια, ως δραματολόγος της παράστασης, και η Γκέλυ Καλαμπάκα, ως σύμβουλος δραματουργίας. Την ομάδα των συνεργατών συμπληρώνουν η βοηθός σκηνοθέτη Κωνσταντίνα Κάλτσιου, η βοηθός φωτίστριας Μαριέττα Παυλάκη, η βοηθός ενδυματολόγου Δήμητρα Σταυρίδου, η Olga Faleichyk στον σχεδιασμό μακιγιάζ και η Ξένια Μουτέν στον σχεδιασμό κομμώσεων.

Στη διανομή συμμετέχουν η Ηρώ Μπέζου στον ρόλο της Άλκηστης, ο Γιάννης Νιάρρος ως Άδμητος, ο Κώστας Νικούλι ως Απόλλων, η Θεοδώρα Τζήμου ως Θάνατος, ο Γιώργος Ζυγούρης ως Ηρακλής, ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης ως Φέρης, η Δήμητρα Βλαγκοπούλου ως Υπηρέτρια και ο Αινείας Τσαμάτης ως Υπηρέτης.

Ο Χορός συγκροτείται από τους Αντώνη Αντωνόπουλο, Ελισσαίο Βλάχο, Δημήτρη Καυκά, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννη Μπάστα, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελο–Προκόπη Νεράντζη και Γιώργο Σκαρλάτο, διατηρώντας τη συλλογική λειτουργία που αποτελεί βασικό στοιχείο της ευριπίδειας δραματουργίας.

Η παράσταση του Δημήτρη Καραντζά προσθέτει μια νέα σελίδα στη σκηνική ιστορία της Άλκηστης από το Εθνικό Θέατρο. Ενώ οι προηγούμενες παραγωγές ανέδειξαν διαφορετικές πλευρές του έργου —τον ηρωισμό, την τελετουργία, την ψυχολογία, τη μουσικότητα και τη σύγχρονη θεατρικότητα— η νέα αυτή ανάγνωση εστιάζει στα ζητήματα της εξουσίας, του φύλου και της κοινωνικής ευθύνης. Έτσι, η ευριπίδεια ηρωίδα επιστρέφει στη σκηνή όχι μόνο ως μορφή αγάπης και αυτοθυσίας, αλλά και ως πρόσωπο που θέτει δύσκολα ερωτήματα για το ποιος αποφασίζει ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει.

 

 

 

- Advertisement -spot_img

Σχετικά άρθρα