Κριτική | «Βάκχες» από τον Javor Gardev: η κατάρρευση στη θέση της επανάστασης. Είχε ενδιαφέρον η παράσταση του Βούλγαρου σκηνοθέτη, ο οποίος υποσχέθηκε μια αιρετική τοποθέτηση στο έργο, με έναν μικτό θίασο από Βούλγαρους και Έλληνες ηθοποιούς, όπου μιλούσαν την μη μητρική σε κανέναν αγγλική γλώσσα και με την ενεργό συμμετοχή (όχι μόνο στη μουσική επένδυση) του δημοφιλούς μουσικού συγκροτήματος The Tiger Lillies. Και ήταν αιρετικό το εγχείρημα αν λάβει κανείς υπόψη την όλη συνθήκη του «ξένου».

Η υπόθεση της τραγωδίας λίγο-πολύ γνωστή.
Ο θεός Διόνυσος επιστρέφει στη Θήβα για να επιβάλει τη λατρεία του και να τιμωρήσει όσους αμφισβητούν τη θεϊκή του φύση. Ο βασιλιάς Πενθέας αρνείται να τον αναγνωρίσει και πολεμά τη νέα θρησκεία. Ο Διόνυσος προκαλεί θεϊκή μανία στις γυναίκες της πόλης, που γίνονται Μαινάδες και καταφεύγουν στον Κιθαιρώνα. Με δόλο πείθει τον Πενθέα να μεταμφιεστεί για να τις κατασκοπεύσει. Εκεί, οι Μαινάδες, με πρώτη τη μητέρα του Αγαύη, τον διαμελίζουν χωρίς να τον αναγνωρίσουν. Όταν η Αγαύη συνέρχεται, αντιλαμβάνεται το έγκλημά της. Ο Διόνυσος ολοκληρώνει την εκδίκησή του, εξορίζοντας την οικογένεια του Κάδμου και καταδικάζοντας τη Θήβα.
Το ίδιο λίγο-πολύ γνωστά και τα διακυβεύματά της. Μια τραγωδία που χαρακτηρίζεται από δυσνόητη έως κοσμογονική, και που αποτελεί τη μανιφεστική θεολογική διακήρυξη του Ευριπίδη (οι νύξεις του σε προηγούμενες τραγωδίες του, εδώ αποτελούν το κεντρικό ζητούμενο του) μέσα από τη διαλεκτική μάχη των αντιθέτων: Απόλλωνας – Διόνυσος, λογική- ένστικτο, θετικισμός – ασάφεια, τάξη- αταξία, εξουσία-λαός, καθεστώς-ανατροπή.

Εκείνο όμως που είναι αξιοσημείωτο και εντυπωσιακό είναι η υπόγεια επικοινωνία της τραγωδίας «Πέρσες» του Αισχύλου που (συμπτωματικά;) είδαμε την περασμένη εβδομάδα στην Επίδαυρο και που είναι η πρώτη σωζόμενη τραγωδία με τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, που αποτελούν το κύκνειο άσμα του συγγραφέα και του αττικού δράματος. Και αν δε σταθούμε στη σημειολογία πως και οι δύο αναφέρονται σε πληθυσμιακές ομάδες, αντρών η πρώτη, γυναικών η δεύτερη, θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο τραγικό στοιχείο τους. Πάντα το τραγικό στοιχείο της Ύβρεως, είχε άλλη λειτουργία και διαφορετικές διόδους στον νεωτεριστή Ευριπίδη, εδώ όμως παρατηρούμε μια επιστροφή στη ρίζα, στο αισχύλειο σχήμα της. Στους «Πέρσες», η Ύβρις παγιδεύει έναν ολόκληρο λαό στο πρόσωπο του αλαζόνα Ξέρξη. «Ο Δίας τιμωρεί αυστηρά και δίκαια όσους έχουν υπερβολικά αλαζονικές σκέψεις», λέει το φάντασμα του Δαρείου και συμφωνεί ή Άτοσσα πως κάποιος «πανούργος Θεός» συσκότισε τα μυαλά του βασιλιά. Αυτό, ακριβώς δε συμβαίνει και στον Πενθέα του Ευριπίδη ο οποίος οδηγείται στην ολοκλήρωση της ύβρης του από τον κάποτε ταπεινωθέντα Διόνυσο; Η Νέμεσις βέβαια εξελίσσεται εδώ με τη συντριπτική καταδίκη του αλαζόνα.

Είχε ενδιαφέρον η παράσταση του Βούλγαρου σκηνοθέτη Javor Gardev, ο οποίος υποσχέθηκε μια αιρετική τοποθέτηση στο έργο, με έναν μικτό θίασο από Βούλγαρους και Έλληνες ηθοποιούς, όπου μιλούσαν την μη μητρική σε κανέναν αγγλική γλώσσα και με την ενεργό συμμετοχή (όχι μόνο στη μουσική επένδυση) του δημοφιλούς μουσικού συγκροτήματος The Tiger Lillies. Και ήταν αιρετικό το εγχείρημα αν λάβει κανείς υπόψη την όλη συνθήκη του «ξένου». Ξένη παράδοση για αρκετούς συντελεστές, ξένοι ψυχισμοί, ξένο γλωσσικό υλικό, ξένη διαχείριση του υλικού, ξένη πρόσληψή του από το κοινό (που σε στιγμές νόμιζε πως βρισκόταν σε συναυλία και όχι σε θεατρική παράσταση). Όλα αυτά τα στοιχεία, κάποτε γεφύρωναν το όλο υλικό, δημιουργώντας σπουδαίες σκηνές, κάποτε το διασπούσαν και το καταδίκαζαν σε μετεωρισμό.
Ο Γκάρντεφ, έχοντας στα χέρια του μια μετάφραση «δωματίου» (Robin Robertson) επέμεινε στην συνθήκη των εξωτερικών λύσεων, που προφανώς στάθηκε αναπόφευκτη ώστε να συγκεράσει όσο το δυνατόν περισσότερο αυτές τις εμφανείς αντιθέσεις του υλικού του, και να έχει αποτέλεσμα στην πολύ δύσκολη αυτή εξίσωση.
Δημιουργεί ένα σκηνικό χώρο (Nikola Toromanov) ροκ συναυλίας, με κυλιόμενες θύρες και περιφραγμένους με κιγκλιδώματα διαδρόμους οι οποίοι οδηγούν στη σκηνή, δίνει στην παράσταση ροή συναυλίας, παρουσιάζει τον Διόνυσο ως ροκ-σταρ με τους οπαδούς του, και οδηγείται σε μια μπαρόκ αφήγηση, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο τη μεταφυσική διάσταση της τραγωδίας. Όλα αυτά σε μια προσπάθεια να σκάψει διαδρόμους μιας σύγχρονης ανάγνωσης , που δεν στέκεται ιερατικά απέναντι στην αρχαία ελληνική τραγωδία, παίζοντας στη γραμμή των ορίων του αρχαίου κειμένου και βρίσκοντας μέσα σε αυτήν τη βάση για μια ποιητική μετάπλαση ή σχολιάζοντας με αιχμές τη σημερινή πραγματικότητα. Δεν έχει μεγάλες εκπλήξεις ως προς τα σκηνικά ευρήματά του, αποφεύγοντας με προσοχή τη σκηνοθετική ύβρη, αλλά θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η επιλογή του συνεχούς (και σε κάποιες στιγμές αχρείαστου) ανεβοκατεβάσματος των υποκριτών στις κερκίδες, μάλλον μας οδήγησε στο συμπέρασμα μιας έκδηλης αμηχανίας, μιας και το σκηνικό είχε υπερκαλύψει τον χώρο της Ορχήστρας.

Οι The Tiger Lillies, ως απαραίτητοι πλέον Επιδαύρειοι «κράχτες», στη θέση των αρχαίων αοιδών και ραψωδών που αφηγούνται αποστασιοποιημένοι τα κεφάλαια της τραγωδίας, διαμορφώνουν καθοριστικά το στίγμα της παράστασης σε μια μουσικοδίαιτη εικονοποιία, άλλοτε με τρόπο αρμονικό ως προς τα παραστατικά μέρη της, άλλοτε εμμονικά και μονότονα. Όσο σε στιγμές μας συνεπήρε, τόσο σε στιγμές αισθανθήκαμε ότι η πληθωρικότητα και η επαναληπτικότητα του σχήματος επεισόδιο-τραγούδι-στάσιμο-τραγούδι, λειτούργησε σε βάρος της δραματουργικής οικονομίας, η οποία κορυφώθηκε αναγκαστικά και εμφανώς σε βάρος του σώματος της τραγωδίας (θεατρική διασκευή και δραματουργία Ιωάννα Ρεμεδιάκη, Pavlina Doublekova και Javor Gardev)
Μακιγιάζ και αξεσουάρ (κέρατα, βόστρυχοι κλπ) και κοστούμια (Ηλένια Δουλαδίρη) αποτέλεσαν βασικά στοιχεία του εικαστικού κορμού της παράστασης και είχαν ομολογουμένως μια ολοκληρωμένη σκηνογραφική δυναμική μέσα στο ολόλευκο περιβάλλον της Ορχήστρας. Ολόλευκα και τα φώτα της Στέλλας Κάλτσου και στραμμένα -κυρίως- λόγω της συνθήκης στο Κοίλον.

Ο Χορός των Μαινάδων αποτελούμενος από τις Νεφέλη Ανθοπούλου, Aλεξάνδα Γαϊδατζή, Ξένια Γραμματικού, Ευθυμία Δανιηλίδου, Ζωή Ευθυμίου, Ελένη Θυμιοπούλου, Αγγελική Κιντώνη, Πολυξένη Σπυροπούλου, Δανάη Σταματοπούλου, Nadya Keranova, Kremena Slavcheva, Alexandra Svilenova, διδάχθηκε μια συγκροτημένη μεν αλλά πολύ συγκρατημένη ερμηνεία. Η κινησιολογία της Uršula Teržan ούτε έπεισε, ούτε απέδωσε την βακχεία η οποία περιορίστηκε σημαντικά και έδωσε ψήγματά της μόνο με συριγμούς και αλαλαγμούς (φωνητική διδασκαλία Χορού Kalin Nikolov), μιας και σχεδόν μόνιμα δρούσαν σκηνικά πάνω σε διαμορφωμένους πάγκους στη σκηνή, σχεδόν στατικά. Το μανικό στοιχείο των Βακχών δεν εξυπηρετήθηκε πρακτικά, μιας και εγκλωβίστηκε στον σιδερόφραχτο σκηνικό χώρο και εξαντλήθηκε σε έναν στιγμιαίο χουλγκανισμό με την ανατροπή των κιγκλιδωμάτων, υπηρετώντας το σκηνοθετικό σχόλιο για τον οπαδισμό.
Μια πραγματική αποκάλυψη ο Πενθέας του Mιχαήλ Ταμπακάκη, με αγγλική άρθρωση που άγγιζε τη μουσικότητα και μια ερμηνευτική τοποθέτηση που έκρυβε πολλή δουλειά, πολλή τόλμη και μια αξιοθαύμαστη ισορροπία στις σωματικές και ψυχολογικές μεταπτώσεις του ήρωα.

Ένα θαυμάσιος ηθοποιός ο Βούλγαρος Leonid Yovchev, μέσα στην ειρωνική μειλιχιότητα του, το σαρδόνιο χαμόγελό του, την υποβόσκουσα και με τις εντελώς απαραίτητες δόσεις ειρωνίας του, γίνεται ο Θεός θριαμβευτής και εξολοθρευτής. Η λέξη σαγήνη είναι αυτή που φωτογραφίζει την ερμηνεία του.
Και οι δύο τους, αποτέλεσαν το βαρύ πυροβολικό της παράστασης και η σκηνική τους σύμπραξη κατάφερε να υπερπηδήσει τα βαρίδια της παράστασης, και να φέρει στους ώμους της ολόκληρο το σκηνοθετικό εγχείρημα. Ερμηνείες που θα θυμόμαστε.
Μαζί τους βέβαια και ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, που με τη στόφα του, οδήγησε τον Κάδμο του σε έναν «πολυτονικό« χρωματισμό, καθόλου διακοσμητικό, και με υποκριτική ωριμότητα σε μια ολοκληρωμένη διδασκαλία του ρόλου.
Ο Βουλγαρογερμανός Samuel Finzi, έπαιξε τον τυφλό Τειρεσία με μια ολάνοιχτη (δι)ορατικότητα, ίσως κάπως ανάποδα «διαβασμένος». Αλλά πλήρως εναρμονισμένος με τη γενικότερη αισθητική της παράστασης.
Η μεγάλη ερμηνευτική παραφωνία ήταν εκείνη της Λουκίας Μιχαλοπούλου στο ρόλο της Αγαύης. Αναγκασμένη να μιλά σε μια ξένη γλώσσα, που προφανώς δεν κατανόησε ούτε τους τόνους της ούτε τους ρυθμούς της, δεν απέδωσε και δεν τεκμηρίωσε ούτε λεπτό τη νοητικά διαταραγμένη Αγαύη. Δεν εκμεταλλεύθηκε τη δυνατότητα να αποκαλύψει μέσα από διαφορετικούς δρόμους το ερμηνευτικό της οπλοστάσιο, δε μπόρεσε ούτε να συστρατευθεί στη σκηνοθετική γραμμή, ούτε να υπερασπιστεί το υποκριτικό της στάτους. Είναι γεγονός, πως η δραματουργική επεξεργασία και η περικοπή του θρήνου της Αγαύης, της στέρησε μια ασφαλή υποκριτική δυνατότητα, ωστόσο οφείλουμε να καταγράψουμε την αδυναμία της να ελιχθεί και να προσαρμόσει το ρόλο στα σκηνοθετικά δεδομένα.
Απόλυτα στο πνεύμα της παράστασης, υπηρέτης και αγγελιαφόροι με την όψη σωματοφυλάκων (από αυτούς που εντελώς αδιάκριτα συνοδεύουν την πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας και νυν Πρόεδρο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου στις καθημερινές εμφανίσεις της στις παραστάσεις) ή μελών σωμάτων ασφαλείας οι Ivan Nikolov, Ivan Yurukov και Martin Dimitrov, αποτελούν ένα δηκτικό σχόλιο για τη συμπεριφορά των «μαντρόσκυλων» εργοδοτών, αφεντικών και γενικότερα εξουσίας.

Κάποτε ο Ιταλός θεατράνθρωπος Εουτζένιο Μπάρμπα, είχε πει πως «αυτό που ζητώ πλέον από τους ηθοποιούς είναι να μην ψάχνουν την έκρηξη αλλά την κατάρρευση» και αυτό ακριβώς μου έφερε στο μυαλό η οπτική του Javor Gardev στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Αν κάποτε είχε συνεπάρει το κοινό, το λαϊκό τελετουργικό στην παράσταση του Κουν, εδώ γίναμε μάρτυρες μιας τελετουργίας με τη μορφή ροκ μπαλάντας, μέσω της οποίας διοχετεύτηκε ο σύγχρονος προβληματισμός, σε καιρούς που οι επαναστάσεις είναι απαγορευμένες, το κοινό αποχαυνωμένο και γι’ αυτό οι καταρρεύσεις αναπόφευκτες. Και παρόλες τις αδυναμίες της παράστασης, το όλο εγχείρημα μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιτυχημένο κυρίως λόγω των μορφοπλαστικών αναζητήσεών του και των εξαιρετικών συνολικά ερμηνειών των ηθοποιών.
υγ. Πολύ κακή η μετάφραση των ελληνικών υπέρτιτλων που θύμισε κάποιες φορές μετάφραση google translator
Η παράσταση παίχτηκε στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στις 11 και 12 Ιουλίου και θα συνεχίσει με περιοδεία. Εισιτήρια στους κατά τόπους σταθμούς, μπορείτε να προμηθευτείτε ΕΔΩ.
Μετάφραση στα Αγγλικά: Robin Robertson
Μετάφραση στα Νέα Ελληνικά (Υπέρτιτλοι): Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Μετάφραση στα Βουλγαρικά (Υπέρτιτλοι): Doroteya Tabakova
Θεατρική διασκευή: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Javor Gardev
Ιδέα και σκηνοθεσία: Javor Gardev
Μουσική και στίχοι Ραψωδιών: Martyn Jacques (Copyright and publishing
Misery Guts Music Ltd., 2026)
Σκηνικά: Nikola Toromanov
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Χορογραφία: Uršula Teržan
Φωνητική διδασκαλία Χορού: Kalin Nikolov
Σχεδιασμός φωτισμών: Στέλλα Κάλτσου
Δραματουργία: Ιωάννα Ρεμεδιάκη και Pavlina Doublekova
Διδασκαλία αγγλικού λόγου: Nathan Cooper και Mark Modzelewski
Βοηθός σκηνοθέτη και χειρισμός υπερτίτλων: Lyuba Todorova
Σύμβουλος σκηνοθέτη: Valleri Robinson
Stage Manager: Bogdan Dimitrov
Δεύτερη βοηθός σκηνοθέτη: Elena Kostova
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Διαφήμιση: Renegade Media
Γραφιστικός Σχεδιασμός: Μαύρα Γίδια – Τeodora Simova
Make up: Όλγα Φαλέι
Κομμώσεις: Θωμάς Γαλαζούλας
Επικοινωνία – Δημόσιες σχέσεις: ART WAYS Δήμητρα Παπαδοπούλου
Οργάνωση – εκτέλεση περιοδείας: ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΡΓΑ
Ραψωδοί (The Tiger Lillies)
Μεσαίος — Martyn Jacques
Aιθέριος — Adrian Stout
Χθόνιος — Budi Butenop
Διανομή
Διόνυσος — Leonid Yovchev
Κάδμος — Αλέξανδρος Μυλωνάς
Τειρεσίας — Samuel Finzi
Αγαύη — Λουκία Μιχαλοπούλου
Πενθέας — Mιχαήλ Ταμπακάκης
Υπηρέτης — Ivan Nikolov
Πρώτος Αγγελιαφόρος — Ivan Yurukov
Δεύτερος Αγγελιαφόρος — Martin Dimitrov
Χορός των Βακχών —Νεφέλη Ανθοπούλου, Aλεξάνδα Γαϊδατζή, Ξένια
Γραμματικού, Ευθυμία Δανιηλίδου, Ζωή Ευθυμίου, Ελένη Θυμιοπούλου,
Αγγελική Κιντώνη, Πολυξένη Σπυροπούλου, Δανάη Σταματοπούλου, Nadya
Keranova, Kremena Slavcheva, Alexandra Svilenova
• Συμπαραγωγή Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ» – Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου – Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος



