Σύγχρονες θεατρικές γλώσσες στην Πειραιώς 260 vol.1

N/A

Σύγχρονες θεατρικές γλώσσες στην Πειραιώς 260 vol.1. Τέσσερις παραστάσεις που αποτυπώνουν με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή τη διαρκή αναζήτηση ισορροπίας ανάμεσα στη δημιουργική τόλμη και τον κίνδυνο της αισθητικής εγωπάθειας του καλλιτέχνη, υπενθυμίζοντας ότι το θέατρο εξακολουθεί να κρίνεται όχι μόνο από τις ιδέες του, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο αυτές μεταμορφώνονται πάνω στη σκηνή και μπροστά στο κοινό.

Η Πειραιώς 260 εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο πεδίο συνάντησης του ελληνικού κοινού με τις σύγχρονες τάσεις του διεθνούς θεάτρου. Το φετινό της πρόγραμμα επιβεβαίωνει την πολυμορφία των σκηνικών αναζητήσεων, φιλοξενώντας δημιουργούς που προσεγγίζουν τη θεατρική πράξη άλλοτε ως εικαστική εγκατάσταση, άλλοτε ως φιλοσοφικό στοχασμό, άλλοτε ως πολιτικό σχόλιο και άλλοτε ως τεχνολογικό πείραμα.

Παρακολουθώντας ωστόσο τις διεθνείς μετακλήσεις της, συνειδητοποιώ ότι η «καινοτομία» δεν ταυτίζεται πάντοτε με την καλλιτεχνική πληρότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις, η έμφαση στη μορφή, στη θεωρητική σύλληψη ή στον εντυπωσιασμό αφήνει σε δεύτερο πλάνο τη δραματουργική συνοχή και τη συγκινησιακή δύναμη του θεάτρου.

Είδα και γράφω για τέσσερις παραστάσεις που περιλαμβάνουν θεματικές από την πειραματική συνύπαρξη της τεχνητής νοημοσύνης με την υποκριτική έως την ποιητική λιτότητα του ιαπωνικού θεάτρου και από το μεταδραματικό θέατρο-ντοκουμέντο μέχρι την εικαστική σκηνική σύνθεση

Τέσσερις παραστάσεις που αποτυπώνουν με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή τη διαρκή αναζήτηση ισορροπίας ανάμεσα στη δημιουργική τόλμη και τον κίνδυνο της αισθητικής εγωπάθειας του καλλιτέχνη, υπενθυμίζοντας ότι το θέατρο εξακολουθεί να κρίνεται όχι μόνο από τις ιδέες του, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο αυτές μεταμορφώνονται πάνω στη σκηνή και μπροστά στο κοινό.

«Προσωδία» της Nicoline van Harskamp

Η παράσταση της Nicoline van Harskamp επιχείρησε να ανοίξει ένα διάλογο ανάμεσα στην τεχνητή νοημοσύνη, την υποκριτική και την προφορική παράδοση των αρχαίων επών. Φιλόδοξη η σύλληψη που αντιμετωπίζει τη σκηνή ως εργαστήριο και όπου η ανθρώπινη φωνή συνδιαλέγεται με μια τεχνικά εφευρεμένη περσόνα με το όνομα «Προσωδία». Ωστόσο, η παράσταση μοιάζει να εξαντλείται γρήγορα στην ίδια την ιδέα της, χωρίς να κατορθώνει να τη μετατρέψει σε καθοριστικό θεατρικό γεγονός.

Η σκηνοθετική προσέγγιση επενδύει περισσότερο στην επίδειξη του μηχανισμού παρά στη δημιουργία δραματουργικής έντασης. Η τεχνολογία, αντί να υπηρετεί τη θεατρική πράξη, γίνεται το πραγματικό αντικείμενο του όλου υλικού, αφήνοντας τις πολύ καλές Ελληνίδες ηθοποιούς (Αγγελική Παπούλια και Σοφία Κόκκαλη) και την Lidewij Mahler εγκλωβισμένες στον αντιδραματουργικό ρόλο των χειριστών ενός πειράματος. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται συνεχώς στον τρόπο λειτουργίας του ψηφιακού εργαλείου και λιγότερο στη σχέση των προσώπων ή στην εξέλιξη της αφήγησης. Κάπως έτσι, το θεωρητικό υπόβαθρο της παράστασης καταλήγει να υπερκαλύπτει την καλλιτεχνική επαφή. Η παράσταση θυμίζει περισσότερο διάλεξη ή παρουσίαση ερευνητικού πρότζεκτ παρά ζωντανό θέατρο.

Η επαναληπτικότητα των διαλόγων, οι μεγάλες παύσεις και η επίμονη ανακύκλωση της ίδιας προβληματικής για τη φωνή, τον ρυθμό και την τεχνητή ομιλία οδηγούν σε μια αίσθηση στατικότητας. Η δραματουργία αδυνατεί να κλιμακωθεί και η συναισθηματική εμπλοκή του θεατή παραμένει περιορισμένη. Η αδυναμία της «συνθετικής» φωνής να «κλάψει», που παρουσιάζεται ως κομβικό δραματουργικό εύρημα, λειτουργεί περισσότερο ως δραματουργικό εφεύρημα-σανίδα σωτηρίας, παρά ως πραγματική κορύφωση. Δε βοήθησε ούτε και η «μεσαιωνική» μουσική παιγμένη και τραγουδισμένη ζωντανά από την Εύη Σεϊτανίδου, η οποία επέμεινε σε μία και μόνη μουσική λούπα, σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Οι ηθοποιοί στερήθηκαν την υποκριτική τους ενέργεια για χάρη της τεχνικής ακρίβειας που απαιτούσε ο συγχρονισμός με την τεχνική φωνή της «Προσωδίας». Είναι αλήθεια, ότι κουραστήκαμε… (14/06/2026 έως 15/06/2026)

«Sleeping Fires» του Kurō Tanino

Όπως δεν κάναμε στην παράσταση του Ιάπωνα Kurō Tanino «Sleeping Fires», παρά τους έντεχνα σχεδιασμένους αργούς ρυθμούς της.

Ο Kurō Tanino, ψυχίατρος στο πρώτο του επάγγελμα και ένας από τους πλέον ιδιοσυγκρασιακούς δημιουργούς του σύγχρονου ιαπωνικού θεάτρου, παρουσίασε μια παράσταση που δεν εναρμονίστηκε στην ευθύγραμμη αφήγηση και επένδυσε σοφά στη δύναμη της αισθητικής. Μιας καινοτόμου για το ελληνικό κοινό αισθητικής που επενδύει στη δύναμη της αισθητηριακής εμπειρίας. Στην Πειραιώς 260, συναντηθήκαμε με έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο όπου η αφή, η μνήμη και η σιωπή αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα από την όραση και τον λόγο. Και το σπουδαιότερο, ήρθαμε σε επαφή με μια άλλη εντελώς διαφορετική θεατρική γλώσσα.

Με αφετηρία την ιστορία της Ίκου, μιας γυναίκας τυφλής εκ γενετής (να σημειώσουμε πως στην παράσταση έπαιζαν τυφλοί ηθοποιοί), ο Tanino διερευνά την επιθυμία, τον αποκλεισμό και τη συσσωρευμένη οργή ως «κοιμισμένες φωτιές» που σιγοκαίνε κάτω από την επιφάνεια της καθημερινότητας. Η ιστορία, είναι αλήθεια, δεν έχει κάτι συγκλονιστικό να αφηγηθεί. Σκεφτόμουν αυτήν την ιστορία, ανεβασμένη με βάση την νεοελληνική θεατρική οπτική. Βούτυρο στο ψωμί του λεγόμενου «ωμού ρεαλισμού». Θα είχαμε οπωσδήποτε φωνασκίες, σωματικές επιθέσεις, ξεμαλλιάσματα, βωμολοχίες. Όμως εδώ τα πράγματα αποδίδονται σκηνικά αλλιώς. Η σκηνοθεσία αποφεύγοντας τον επιδεικτικό φολκλορικό εξωτισμό μετατρέπει τα στοιχεία της ιαπωνικής παράδοσης σε οικουμενικά σύμβολα της σκηνικής εμπειρίας, επιβεβαιώνοντας ότι το ενδιαφέρον του δημιουργού δεν είναι η λαογραφία, ούτε η ηθογραφία αλλά ο Άνθρωπος και τα τραύματά του.

Η σκηνική οικονομία, οι σχεδόν τελετουργικοί ρυθμοί και η υποβλητική χρήση του ήχου δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που ωθεί τον θεατή σε μια αργή αλλά σταθερή καταβύθιση στις φιλοσοφικές αναζητήσεις του έργου σε σχέση με τη συνείδηση και την εκδίκηση. Είναι αξιοσημείωτο, ότι δεν καταγράφεται καμία συναισθηματική κορύφωση και όλα εξελίσσονται όπως θα έπρεπε να εξελιχθούν, μέσα από παύσεις και μια ανεπαίσθητη υποδήλωση σωματικών εκδηλώσεων. Θέατρο χαμηλών τόνων αλλά υψηλής ποίησης, Σαν φωτιά, που μοιάζει σβησμένη αλλά εξακολουθεί να καίει κάτω από τη στάχτη… (27/06 έως 28/06/2026 )

«Medea’s Children» από τον Milo Rau

Αντλώντας υλικό από την ευριπίδεια Μήδεια και μια πραγματική υπόθεση παιδοκτονίας στο Βέλγιο, ο Milo Rau επιχειρεί να ενώσει τον μύθο με τη σύγχρονη εξέλιξή του. Επιμένοντας να δοκιμάζει τα όρια της θεατρικής αναπαράστασης, τόσο στα μορφολογικά μέρη της (περιπλέκοντας και εναλλάσσοντας μυθοπλασία, διάλεξη και ντοκουμέντο) όσο και στα τεχνικά (με την ταυτόχρονη χρήση βιντεοσκοπημένης αλλά και ζωντανής κινηματογράφησης), καταθέτει μια θεατρική γραφή, που ωστόσο ούτε καινούρια είναι, ούτε πλέον πρωτοποριακή. Αντίθετα, γίναμε μάρτυρες μιας δραματουργικής επαναληπτικότητας που τελικά αναπαρήγαγε γνώριμες τεχνικές που έχουν χάσει ωστόσο την ανατρεπτική δυναμική τους.

Η μεγαλύτερη επένδυση της παράστασης βρίσκεται στους νεαρούς ερμηνευτές της, οι οποίοι επιδεικνύουν αξιοθαύμαστη σκηνική ωριμότητα και φυσικότητα, μετατρέποντας τη σκηνή σε έναν τόπο αθωότητας που σταδιακά διαβρώνεται από τη βία. Ωστόσο, η ακραία σκηνική απεικόνιση της παιδοκτονίας, με τη χρήση υπερρεαλιστικών εφέ και άφθονου τεχνητού αίματος, λειτούργησε περισσότερο ως αισθησιασμός του σοκ παρά ως ουσιαστικός στοχασμός πάνω στην τραγωδία υπερκαλύπτοντας τον.

Αναμφίβολα, το αποτέλεσμα είναι σοκαριστικό, όχι όμως εξίσου διεισδυτικό και μάλλον ατελές και με πολλά ερωτηματικά ως προς τελικά τις προθέσεις και τους στόχους του Ελβετού δημιουργού. Πίσω από τη θεαματική σκληρότητα και την αδιαμφισβήτητη τεχνική αρτιότητα, προβάλλει το ερώτημα αν η επίμονη αναζήτηση του ακραίου υπηρετεί τελικά το τραγικό ή αν το εγκλωβίζει σε μια, εντυπωσιακή μεν, αλλά ενίοτε αυτάρεσκη επίδειξη σκηνικής μεταδραματικής ωμότητας. (04/07 έως 05/07/2026)

«Lee Miller in Hitler’s Bathtub» των Needcompany – Jan Lauwers – Maarten Seghers

Μια διάσημη φωτογραφία της Λι Μίλερ στην μπανιέρα του Χίτλερ γίνεται η αφετηρία για μια σκηνική καντάτα (ο όρος των δημιουργών) των Needcompany, Jan Lauwers και Maarten Seghers γύρω από τη γυναικεία δημιουργία, τη βία και την Ιστορία.

Η αναμφισβήτητη εικαστική δυναμική της σε συνδυασμό με την ατονική ζωντανά ερμηνευμένη μουσική επένδυσή της, δεν βοήθησαν καθόλου στη δραματουργική συνοχή της παράστασης.

Η διπλή παρουσία της Λι Μίλερ –ως ηθοποιού και ως μετζοσοπράνο– δημιουργεί ένα ενδιαφέρον σκηνικό παιχνίδι ανάμεσα στη μνήμη και την αναπαράσταση, με τις εναλλαγές πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης και των εσωτερικών διαλόγων και σκέψεων της, ωστόσο όσο η παράσταση προχωρά, συσσωρεύει πολλές θεματικές (αναφορές στον πόλεμο, αναφορές στις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες, την κακοποίηση, τη γυναικεία χειραφέτηση, τη συλλογική μνήμη κλπ) με αποτέλεσμα να χάνεται σταδιακά η παρουσία ενός κέντρου βάρους, και να δημιουργείται μια δραματουργία στα όρια του χάους. Κάπως έτσι, προκύπτει ένας υπερφορτωμένος και δυσνόητος συμβολισμός, με αποτέλεσμα να γεννιούνται περισσότερα ερωτηματικά για την κατανόηση της παράστασης παρά αποσαφηνίσεις.

Εξαιρετικές οι δύο ερμηνείες των ηθοποιών, αψεγάδιαστη η μουσική εκτέλεση από τους μουσικούς παρόλα αυτά φύγαμε από την παράσταση με το ανικανοποίητο αίσθημα της θεατρικής οικονομίας και χωρίς να έχει «σκαλιστεί» το συναισθηματικό μας βάθος. Και με την εντύπωση ότι οι δημιουργοί νοιάστηκαν περισσότερο για τη δική τους αυτοεπιβεβαίωση, παρά για τη δική μας αισθητική ικανοποίηση. (07/07/2026 έως 08/07/2026)

 

- Advertisement -spot_img

Σχετικά άρθρα